<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910</id><updated>2011-07-08T05:54:28.397-07:00</updated><category term='ιστοριούλες'/><category term='παράξενες'/><category term='γήινες'/><category term='Ε.Φ.'/><category term='σημειώσεις'/><category term='cyberpunk'/><category term='διηγήματα'/><title type='text'>Συνηθισμένες Ιστορίες</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>13</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-995917773473271189</id><published>2010-07-08T17:20:00.001-07:00</published><updated>2010-07-08T17:26:45.013-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='σημειώσεις'/><title type='text'>Αλυσιδωτή αντίδραση</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Το κορίτσι έκλεισε το βιβλίο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βιβλίο έγραφε επάνω: "Μάθε με απέξω αν θες να γίνεις πλούσια."&lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι πλούσιοι καθάριζαν μάνγκο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μάνγκο μπήκαν στα καλάθια απο αφρικάνικα χέρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα χέρια έβγαλαν ρόζους απο τη δουλειά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η δουλειά δεν είναι για τα κορίτσια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όμως κάποιες φορές ο κόμπος φτάνει στο χτένι. Τα σχολεία είναι γεμάτα όπλα έτοιμα να τα χρησιμοποιήσουν τα παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι σκοτωμοί δίνουν και παίρνουν και όλοι κάτι βγάζουν απο αυτό. Τα κινητά δε σταματούν να κτυπάνε και οι εγκέφαλοι να σοτάρονται στη φαιά τους ουσία. Σβήστε με κόκκινο γλυκό κρασί. Προσθέστε άνηθο και χοντρό πιπέρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επαναλάβετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επαναλάβετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επαναλάβετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επανάληψη είναι η μητέρα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενδιαφέροντο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψίθυροι απασχολούν τα μυαλά των ανθρώπων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσο σεξ χρειάζεται ο μέσος άντρας;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσους άντρες χρειάζεται η μέση γυναίκα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσες γυναίκες χρειάζεται μια μέση θεατρική παράσταση;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσες παραστάσεις χρειάζεται ο κόσμος μας;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσοι κόσμοι χρειάζονται για να χορτάσεις;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσοι κόσμοι χρειάζονται για να χορτάσεις;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-995917773473271189?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/995917773473271189/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2010/07/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/995917773473271189'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/995917773473271189'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2010/07/blog-post.html' title='Αλυσιδωτή αντίδραση'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-8751781531461336140</id><published>2010-05-16T16:12:00.000-07:00</published><updated>2010-05-16T16:16:40.552-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='σημειώσεις'/><title type='text'>Σαπουνόφουσκες</title><content type='html'>&lt;span style=";font-family:arial;font-size:100%;"  &gt;&lt;span&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;Ρε μαλάκα έλεος! Είναι δυνατόν; Εκεί! Εκεί!&lt;br /&gt;Δεξιά δεξιά, πάνω! Τώρα; Εκείνη η σαπουνόφουσκα! Αυτή ναι. Αργά τώρα, σα να κυνηγάς έντομο. Τη βλέπεις που ιριδίζει; Σε κατάλαβε και είναι σε ετοιμότητα, να ξέρεις. Αργά θέλει. Να μη ξεφύγει κανένα χρώμα της. Τη βλέπεις που ναι έτσι στρουμπουλή; Από τα πλάγια. Έτσι… έτσι.. πιο αργά..&lt;br /&gt;Κι εκεί που πας να την αγγίξεις..&lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανοίγει η μύτη σου. Πωωωω πω τρέξε τρέξε λέρωσες ήδη τη μπλούζα σου. Βάλε βαμβάκια και μύρισε ξύδι. Το κεφάλι ψηλά. Όχι μύρισε πρώτα και μετά το βαμβάκ..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ε ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ ΣΚΑΤΑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε που το καταλάβατε το προηγούμενο με το βαμβάκι και το ξύδι. Χεχεχεεχεεεχ.&lt;br /&gt;Έχουμε μάθει να τα καταπίνουμε όλα αμάσητα. ΣΑ ΧΥΣΙΑ. ΓΟΥΧΟΥΥΥ! Βρίζω και πάλι, βρίσκω τον εαυτό μου. Τον χάνω κάτι φεγγάρια, σα να κυνηγάς σαπουνόφουσκες με απόχη στη ζούγκλα. Με καουμπόικο καπέλο και απ’όλα. Και στρατιωτικό παντελόνι, κουνούπια σα ρινόκερους, κρυφούς κινδύνους, ομίχλη, λάσπη, υγρασία και σαπουνόφουσκες. Χιλιάδες άγριες σαπουνόφουσκες. Ξέρει κανείς ότι για να τις πλησιάσει θα πρέπει να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του. Να ξοδέψει μερόνυχτα, μήνες, σωματική και ψυχική δύναμη. Για να βρεί, ίσως μια να γουργουρίζει με τα φώτα της ανάμεσα σε τίποτα αφιλόξενα κλαδιά. Και πλησιαζοντάς την αργά και σύμφωνα με όλους τους κανόνες, με την απόχη φορτισμένη να εκτοξεύεται σα βέλος και τη τελευταία γαμημένη στιγμή όταν σχεδόν την έχει αγγίξει…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια πεταλούδα στην Αθήνα χτυπάει τα φτερά της. Αμάν χιλιάδες γαλόνια, ένας στρατός από δαυτα επιτίθενται και ο ΟΗΕ να στέλνει βοήθεια με ανεμοπλάνα που κουτσουλάνε ποντικοφάρμακο και τα ποντίκια μαζεύονται από κάτω σα τις κατσαρίδες, σκοτώνουν και σκοτώνονται για να πάρουν λίγο από το δηλητήριο, άπληστοι δαίμονες με λαμπερά μάτια και σπαστά πόδια, φίλους και αδερφές κάτω από τα γαλόνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΓΑΜΩ ΤΗ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ ΑΥΤΗ Η ΣΚΗΝΗ ΔΕ ΘΑ ΓΥΡΙΣΤΕΙ ΠΟΤΕ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελικά οι σκηνοθέτες απηύδησαν, μαζεύτηκαν όλοι μαζί και αποφάσισαν να κάνουν μαζικές μηνύσεις σε μύτες και πεταλούδες και σε ανθρώπους σαν κι εμένα. Το θέμα πήρε διαστάσεις, σίγουρα γι’αυτό το λόγο διαβάζεις αυτό το κείμενο τώρα που σκοπός του είναι να τα ξεκαθαρίσει όλα. Και οι δύο πλευρές πάντως ζήτησαν για μάρτυρα τη σαπουνόφουσκα, τη πέτρα του σκανδάλου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη κρυβόταν περήφανη και όλη η αστυνομική δύναμη εκπαιδευμένη και ανεκπαίδευτη, κρυφή και φανερή, ένοχη και αθώα έψαχνε να τη βρεί. Από στενό σε στενό και από πολυκατοικία σε πολυκατοικία σήκωσαν τα πάντα στον αέρα, ανακάλυψαν το άγιο δισκοπότηρο, τη κρυψώνα του χριστούλη, τις ύαινες της αιγύπτου, και τα βλαστάρια της βαβέλ, αλλά η σαπουνόφουσκα πουθένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγοι φιλόσοφοι ξέραν που είναι και ένας από δαυτους έτυχε να ναι ρουφιάνος και την έδωσε. Η σαπουνόφουσκα κρυβόταν στους δίδυμους πύργους της Αθήνας και έτσι έσκασαν όλοι μαζί εκεί με όπλα γεμάτα αναισθησιογόνο για τη σαπουνόφουσκα, και παραισθησιογόνο για όλους εμάς τους υπόλοιπους. Κόσμος μαζεύτηκε άρχισαν τα επεισόδια μιας και όλοι ικέτευαν για μια βολή και οι μπάτσοι δε χαλάνε χατίρια, άρχισαν να μοιράζουν παραισθήσεις στο κοσμάκη που πεινούσε για κάτι τέτοια, ώσπου η σαπουνόφουσκα εκμεταλλευόμενη την αναμπουμπούλα έκανε να πάρει πούλο αλλά ένα γατόνι ελεύθερος σκοπευτής την είδε πρώτος, στόχευσε άριστα πήρε ανάσα τράβηξε τη σκανδάλη το βελάκι έτρεξε και ακριβώς το δευτερόλεπτο που πήγε να γίνει η επαφή…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χιλιάδες αηδόνια κελαηδούν και κόρνες ταξιδεύουν το μυαλό στα μέρη που οι ουρανοξύστες λικνίζονται σαν χαβανέζες, τα σύννεφα παίζουν συγχορδίες στη κιθάρα του σερφ και η άρπα της καυτής ασφάλτου συντονίζει το τελικό σαγηνευτικό αποτέλεσμα. Ποιος είπε κάποτε πως η ώρα δε περνάει; Πείτε του ότι είχε δίκιο μιλούσε σίγουρα για το μέρος αυτό που τα σήματα της τροχαίας γεννάνε ώριμους ανανάδες, τα ρυάκια του υπονόμου λαμπυρίζουν το μπλέ νερό του ωκεανού, οι εξατμίσεις σε χτυπούν δροσερά στο πρόσωπο, ο κόσμος περπατάει χαριτωμένα στο πλάι με γυαλιστερό κέλυφος στο κεφάλι, οι μύτες ανοίγουν, οι πεταλούδες φτερουγίζουν και οι ελεύθεροι σκοπευτές αστοχούν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και… και… και…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και οι σαπουνόφουσκες δε σκάνε ρε μουνιά. ΧΑ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λοιπόν να σας συστήσω. Από δώ ο άλλος μου εα.. μα! Που πήγε; Πριν ένα λεπτό εδ… Ε γαμ…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-8751781531461336140?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/8751781531461336140/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2010/05/blog-post.html#comment-form' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8751781531461336140'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8751781531461336140'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2010/05/blog-post.html' title='Σαπουνόφουσκες'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-8636477316353761117</id><published>2010-03-28T13:13:00.000-07:00</published><updated>2010-03-28T16:58:46.955-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='σημειώσεις'/><title type='text'>Νύχτα ρε πούστη μου</title><content type='html'>&lt;div  style="text-align: justify;"&gt;Ας γράψουμε λοιπόν. Και ξέρεις κάτι; Γάμα την αυτοαναφορά. Για μια φορά. Γάμα την.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά τι να γράψουμε; Τι μπορεί να γράψει κανείς σαν κι εμένα; Έχω ξεχάσει σχεδόν πώς να το κάνω. Αν το έκανα ποτέ. Όσο δε ξέρω τι να πω τόσο δε ξέρω τι να πρωτοπώ. Γελοίο; Αντίφαση. Μπερδεύτηκες; Ούτε ‘γω.&lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν λοιπόν η νύχτα πέφτει ο καλοί γονείς κοιμούνται. Οι ξενύχτηδες ακούνε μουσική και πίνουν ουίσκι. Κλισέ; Γάμησέ τα. Οι καυλωμένοι ξεκαυλώνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Οι δουλευταράδες βγάζουν το νυχτοκάματο.  Σε ποιόν αρκεί αυτό; Η ηρεμία είναι έτοιμη να σκάσει σα γαμημένη ατομική βόμβα. Κι όμως τίποτα δε γίνεται. Απλά σου μένει αυτή η γεύση στο στόμα, αυτή η αγωνία που το πρωί θα την κάνει πίκρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποιός στριφογυρνάει στο κρεβάτι του; Ας κάνει ένα βήμα εμπρός. Κούραση; Γάμησέ το ας σηκώσει απλά το χέρι. Και ώ, το ακροατήριο μετατράπηκε σε χωράφι από στάχυα. Καλά πάμε.&lt;br /&gt;Ποιός κόβει βόλτες στο δωμάτιό του; Γύρω γύρω από το τραπέζι μονότονα και αυτιστικά; Ποιός έχει την αίσθηση ότι δεν έκανε τίποτα σήμερα; Τίποτα δημιουργικό, τίποτα που να του αρέσει, τίποτα που να μπορεί να τον στείλει στο κρεβάτι ήρεμο για ύπνο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η νύχτα είναι αλύπητη ρε μαλάκα. Τι να πώ. Κανείς δε δείχνει έλεος σε κανέναν σ’αυτή τη ζωή και η νύχτα ακολουθεί το κανόνα ακόμα περισσότερο. Μελόδραμα; Χαρτομάντηλα. Ειδικά οι καθημερινές δε παλεύονται. Ο μόνος τρόπος είναι να ψοφήσεις από την κούραση όλη τη μέρα και να πέσεις σα τούβλο ή τα αγαπημένα μας ναρκωτικά. Επανάληψη; Χαχα αυτό δε το λές στην άκρη σου όμως. Όπως και να ‘χει πάντως το γαμωαίσθημα του τίποτα σε κυνηγάει ακόμα και σ’αυτούς τους τεχνητούς και αφύσικους ύπνους. Το κρεβάτι γίνεται πίστα για καρτ.  Και τ’άλλο πρωί είσαι σα ζόμπι, μηχανή της πούτσας ξανά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι όμως η ευκαιρία σου έτσι δεν είναι; Σήμερα κάνε κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χα!&lt;br /&gt;Και τώρα ήρθε η στιγμή να σας παρουσιάσω σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια  το αδιέξοδο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Χειροκροτήματα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διότι:&lt;br /&gt;Ποιος στο πούτσο είναι σε θέση να ισχυριστεί ότι έκανε κάτι; Εσύ; Αρχίδια. Σκέψου τον τύπο που σκότωσε τη γυναίκα του εν θερμώ με το μπαλτά επειδή την έπιασε στο κρεβάτι με το κολλητό του γιού του. Σκέψου ότι κομμάτιασε και τον κακομοίρη πιτσιρικά κολλητό του γιού του. Ας μη το γαμήσουμε και σου πω και για το γιό του. Λοιπόν αυτός ο κακομοίρης σήμερα έκανε στα σίγουρα κάτι. Αλλά το αδιέξοδο σας εγγυάται ότι είναι ο τελευταίος που θα κοιμηθεί απόψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εντάξει υπάρχουνε πάντα οι χαζοί και οι μπάσταρδοι. Κλέβουν περιουσίες και κοιμούνται σα πουλάκια. Εμείς όμως δεν είμαστε σαν κι αυτούς ε; Έτσι. Αρχίδια βλάκες. Η μόνη μας διαφορά είναι στο πότε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δώσ’ μου την ευκαιρία και θα γίνω το μεγαλύτερο αρχίδι του πλανήτη. Πραγματικά ανυπομονώ να στο αποδείξω αυτό. Γιουχάρετε; Με βρίζετε και με φτύνετε; Στ’αρχίδια σας, μόλις το αποδείξατε για τους εαυτούς σας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ή μήπως κάποιοι καυλώσατε μ’αυτά που ακούσατε; Εσάς μπορεί να σας κεράσω μια μπύρα. Αλλά μη ψαρώνετε, από σας τους ίδιους τα αγοράζω φθηνά, τα γαρνίρω με λίγο υβρεολόγιο, τα περνάω με το γυαλόχαρτο και σας τα πουλάω πάλι.&lt;br /&gt;Αυτοαναφορά; Ε, μια τελευταία ήταν δε γαμιέται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άντε καληνύχτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-8636477316353761117?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/8636477316353761117/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2010/03/blog-post.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8636477316353761117'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8636477316353761117'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2010/03/blog-post.html' title='Νύχτα ρε πούστη μου'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-3304581891810438620</id><published>2009-08-01T05:18:00.000-07:00</published><updated>2009-08-01T05:22:15.550-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='διηγήματα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='γήινες'/><title type='text'>Καλοκαιρινή Βροχή</title><content type='html'>&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:worddocument&gt;   &lt;w:view&gt;Normal&lt;/w:View&gt;   &lt;w:zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:trackmoves/&gt;   &lt;w:trackformatting/&gt;   &lt;w:punctuationkerning/&gt;   &lt;w:validateagainstschemas/&gt;   &lt;w:saveifxmlinvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:ignoremixedcontent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:alwaysshowplaceholdertext&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:donotpromoteqf/&gt;   &lt;w:lidthemeother&gt;EL&lt;/w:LidThemeOther&gt;   &lt;w:lidthemeasian&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeAsian&gt;   &lt;w:lidthemecomplexscript&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeComplexScript&gt;   &lt;w:compatibility&gt;    &lt;w:breakwrappedtables/&gt;    &lt;w:snaptogridincell/&gt;    &lt;w:wraptextwithpunct/&gt;    &lt;w:useasianbreakrules/&gt;    &lt;w:dontgrowautofit/&gt;    &lt;w:splitpgbreakandparamark/&gt;    &lt;w:dontvertaligncellwithsp/&gt;    &lt;w:dontbreakconstrainedforcedtables/&gt;    &lt;w:dontvertalignintxbx/&gt;    &lt;w:word11kerningpairs/&gt;    &lt;w:cachedcolbalance/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;   &lt;m:mathpr&gt;    &lt;m:mathfont val="Cambria Math"&gt;    &lt;m:brkbin val="before"&gt;    &lt;m:brkbinsub val="&amp;#45;-"&gt;    &lt;m:smallfrac val="off"&gt;    &lt;m:dispdef/&gt;    &lt;m:lmargin val="0"&gt;    &lt;m:rmargin val="0"&gt;    &lt;m:defjc val="centerGroup"&gt;    &lt;m:wrapindent val="1440"&gt;    &lt;m:intlim val="subSup"&gt;    &lt;m:narylim val="undOvr"&gt;   &lt;/m:mathPr&gt;&lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:latentstyles deflockedstate="false" defunhidewhenused="true" defsemihidden="true" defqformat="false" defpriority="99" latentstylecount="267"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="0" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Normal"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="heading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="35" qformat="true" name="caption"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="10" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" name="Default Paragraph Font"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="11" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtitle"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="22" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Strong"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="20" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="59" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Table Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Placeholder Text"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="No Spacing"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Revision"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="34" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="List Paragraph"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="29" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="30" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="19" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="21" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="31" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="32" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="33" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Book Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="37" name="Bibliography"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" qformat="true" name="TOC Heading"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;style&gt; &lt;!--  /* Font Definitions */  @font-face  {font-family:"Cambria Math";  panose-1:2 4 5 3 5 4 6 3 2 4;  mso-font-charset:1;  mso-generic-font-family:roman;  mso-font-format:other;  mso-font-pitch:variable;  mso-font-signature:0 0 0 0 0 0;} @font-face  {font-family:Calibri;  panose-1:2 15 5 2 2 2 4 3 2 4;  mso-font-charset:161;  mso-generic-font-family:swiss;  mso-font-pitch:variable;  mso-font-signature:-1610611985 1073750139 0 0 159 0;}  /* Style Definitions */  p.MsoNormal, li.MsoNormal, div.MsoNormal  {mso-style-unhide:no;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  margin-top:0cm;  margin-right:0cm;  margin-bottom:10.0pt;  margin-left:0cm;  line-height:115%;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:Calibri;  mso-fareast-theme-font:minor-latin;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;  mso-fareast-language:EN-US;} .MsoChpDefault  {mso-style-type:export-only;  mso-default-props:yes;  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:Calibri;  mso-fareast-theme-font:minor-latin;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;  mso-fareast-language:EN-US;} .MsoPapDefault  {mso-style-type:export-only;  margin-bottom:10.0pt;  line-height:115%;} @page Section1  {size:595.3pt 841.9pt;  margin:72.0pt 89.85pt 72.0pt 89.85pt;  mso-header-margin:35.45pt;  mso-footer-margin:35.45pt;  mso-paper-source:0;} div.Section1  {page:Section1;} --&gt; &lt;/style&gt;&lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt;  /* Style Definitions */  table.MsoNormalTable  {mso-style-name:"Table Normal";  mso-tstyle-rowband-size:0;  mso-tstyle-colband-size:0;  mso-style-noshow:yes;  mso-style-priority:99;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;  mso-para-margin-top:0cm;  mso-para-margin-right:0cm;  mso-para-margin-bottom:10.0pt;  mso-para-margin-left:0cm;  line-height:115%;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:"Times New Roman";  mso-fareast-theme-font:minor-fareast;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;} &lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;1. Τα κόκκινα εσώρουχα&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η Ελένη είχε βουρκώσει σχεδόν. Σ’ένα κόσμο που τίποτα δεν συμβαίνει ακριβώς, μόνο παραλίγο και κατά προσέγγιση. Έτσι κι εκείνη, είχε βουρκώσει σχεδόν. Έτσι κι εκείνη είχε σκεφτεί, πως αυτό που έκανε θα ήταν όμορφο.&lt;/p&gt;&lt;span class="fullpost"&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έτρεχε όλη τη μέρα, βιαστικά ψώνια στη λαϊκή, μαγείρεμα, καθάρισμα. Το σπίτι έμοιαζε με εργοστάσιο όση προσπάθεια και να κατέβαλλε. Το μωρό δε σταματούσε ποτέ να κλαίει, και ήταν τόσο υποχρεωμένη στη γειτόνισσα που δεν ήθελε να της το ξαναφήσει. Κι όσο για τον Γιάννη, καθαρά ρούχα και ζεστό φαγητό ήταν απαραίτητα ως το μεσημέρι. Ένα μεσημέρι που τελευταία γινόταν βράδυ, ίσως και αργά βράδυ.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ανάμεσα σε όλα αυτά βρήκε λίγο χρόνο, τον ξέκλεψε και πετάχτηκε μέχρι το γυναικείο πολυκατάστημα. Είχε δει ένα σετ εσωρούχων στη βιτρίνα εδώ και μερικές μέρες. Σέξυ γυναίκα. Θα μπορούσα να ‘μαι κι εγώ έτσι δεν είναι; &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ναι θα μπορούσε. Τα αγόρασε και θα τα φορούσε το βράδυ για τον Γιάννη της. Πόσο θα του άρεσαν! Ίσως έσβηναν τη μιζέρια, τη δυσαρέσκεια από το πρόσωπο του. Ίσως έδιωχναν τη μυρωδιά από αλκοόλ που τον γυρόφερνε. Στο κόσμο που τίποτα δε συμβαίνει ακριβώς, ίσως τον έφερναν λίγο πιο κοντά της. Τον έχανε καιρό τώρα. Μαζί μ’αυτόν και τον εαυτό της, και το παιδί και όλα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Είχαν να το κάνουν δυόμιση μήνες. Είχαν να μιλήσουν πέρα από τα τυπικά ένα μήνα. Είχαν να κάνουν πολλά πράγματα, πολύ καιρό. Όλη η ιστορία κατέληγε πια σε ένα κακόγουστο αστείο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η Ελένη διάβασε σε ένα περιοδικό ότι τα κόκκινα εσώρουχα, με τη κυριλέ τους δόση προστυχιάς, ίσως να βοηθούσαν. Πράγματι ήταν τόσο λογικό, απόρησε που δεν το είχε σκεφτεί μόνη της τόσο καιρό. «Μια επανεφεύρεση της σεξουαλικής σας ζωής» έγραφε η συντάκτρια γεμάτη σιγουριά, «μπορεί να επανιδρύσει την οικογενειακή σας ζωή, τον ίδιο σας τον εαυτό. Και ποιος άντρας θα μπορούσε να αντισταθεί σε έναν πειρασμό σαν αυτόν;»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Θα μπορούσαν να γυρίσουν στους παλιούς καλούς καιρούς, όταν είχαν πρωτογνωριστεί. Ο Γιάννης τη πηδούσε σα σκυλί τότε, τρείς και τέσσερις φορές τη μέρα. Κάθε μέρα. Ένας έρωτας σαν αυτόν, δεν θα μπορούσε να πεθάνει έτσι για πλάκα. Μέσα σε&lt;span style=""&gt;  &lt;/span&gt;δύο χρόνια μόνο. Ήταν χτισμένος σε γερές βάσεις, είναι αδύνατο να τον πάρει ο άνεμος. Όλοι τους έλεγαν πόσο ταιριάζουν τότε. Όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι τότε. Και η Ελένη πιο πολύ απ’όλους.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο γάμος, και ύστερα το μωρό, η κορύφωση. Τι άλλο να θελήσει μια γυναίκα; &lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;Έναν άντρα που την αγαπά πραγματικά, μια όμορφη οικογένεια. Τι άλλο; Το πίστευε βαθιά, ήταν πάντα σίγουρη ότι ο Γιάννης την αγαπά στ’αλήθεια. Γι’αυτό δεν αμφέβαλε ποτέ. Ακόμα και τώρα, τον τελευταίο καιρό. Απλά κουραζόταν στη δουλειά. Είχε πολύ πίεση εκεί. Εκείνη δε μπορούσε να καταλάβει. Αλλά τον συμπονούσε. Χρειαζόταν και αλλαγές. Χρειαζόταν πολλά ο Γιάννης. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Δεν θα τον άφηνε στη τύχη του τώρα που την είχε τόσο ανάγκη έτσι δεν είναι; Όχι αυτό δεν θα μπορούσε να το κάνει ποτέ. Το συζητούσε με τη φίλη της, εκείνη είχε διαφορετική άποψη. Αλλά ήταν πασιφανές, δεν μπορούσε να καταλάβει. Ο Γιάννης δεν ήταν σαν τους άλλους. Δεν έπινε και τόσο, ούτε ξενύχταγε υπερβολικά. Είχε ακούσει πολλές τέτοιες ιστορίες και ήξερε. Όχι ο Γιάννης της ήταν πολύ καλός οικογενειάρχης, και πάνω απ’όλα την αγαπούσε. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Είναι απλό, πάντοτε υπάρχουν σκαμπανεβάσματα, είναι μέσα στη ζωή αυτό το πράγμα. Σιγά, και λοιπόν; Θα το βάλουμε κάτω; Όχι βέβαια. Σαν χθες ήταν άλλωστε που τρέχαν πάνω κάτω σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια. Δεν τους χωρίζει και κανένα χάος. Μια σειρά από προσεκτικές κινήσεις θα μπορούσαν να τους φέρουν ξανά κοντά. Τα εσώρουχα θα ήταν η πρώτη και πιο σημαντική.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Μα έχεις παραπανίσια κιλά!» να επιμένει η φίλη της. Χα, τι γελασμένη. Ο πωλητής της επιβεβαίωσε πως ίσα ίσα που τα εσώρουχα θα αναδείξουν τις καμπύλες της ακόμα περισότερο. Δεν καταλάβαινε. Αυτά τα εσώρουχα ήταν φτιαγμένα για την αφεντιά της, θα την έκαναν ξανά ποθητή, ξανά γυναίκα. Όπως εκείνη στη φωτογραφία που τα φορούσε. Τι παραπάνω είχε;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Σταμάτα να κάνεις τον κλόουν, και πέσε να κοιμηθείς.» Ο Γιάννης σκεπάστηκε με το σεντόνι και έκλεισε το φώς.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Κι εκείνη, έμεινε ακίνητη όπως ήταν, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ακουμπώντας με το ένα χέρι στη κάσα της πόρτας της κρεβατοκάμαρας, και αφήνοντας το άλλο να αιωρείται σαγηνευτικά πάνω από το στήθος της. Με ένα ερωτικό σπάσιμο στη μέση, με ένα βλέμμα και χαμόγελο που υπόσχονταν πολλά. Φορώντας τα καινούρια της εσώρουχα, που τα πήρε μόνο γι’άυτόν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Εκείνα που την έκαναν να μοιάζει με κλόουν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Είχε βουρκώσει σχεδόν. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ήταν οι πρώτες ψιχάλες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;*&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;2. Το πρώτο ψεγάδι του κόσμου&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Οι δυο μορφές τους, σαν κέρινα ομοιώματα από μουσείο φρίκης. Με σφραγισμένες πάνω στα πρόσωπα τους τις γκριμάτσες του τρόμου. Ο Στάθης και η Ηλιάνα. Το ζευγάρι της χρονιάς. Τρίτη λυκείου, το άτομο και η μουνάρα. Το πιο ζηλευτό γκομενάκι και το αλάνι που δε του μιλά κανείς.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όλοι το είχαν υποψιαστεί, λίγο πολύ. Ήταν ένα κοινό μυστικό. Αλλά δεν ήθελε και πολύ, άλλωστε ήταν συνέχεια μαζί. Τη φλέρταρε από την αρχή της χρονιάς, ματιές, και τυχαία αγγίγματα. Εκείνη χαμογελούσε, ανταπέδιδε. Εκείνος τη στρίμωχνε, και το παιχνίδι είχε αρχίσει. Τα πρώτα χνάρια των ερωτικών σκιρτημάτων τα βρίσκει κανείς με δυσκολία, περπατώντας στα τέσσερα ψηλαφώντας με το χέρι, ψάχνοντας με το μεγεθυντικό φακό. Αργότερα, σα νέος επιστήμονας, ανακαλύπτει μερικά μοτίβα. Μπορεί να σταθεί σιγά σιγά στα πόδια του και να περπατήσει. Η ώθηση της ανταπόκρισης, η εμπειρία και η σιγουριά, μπορούν να τον κάνουν μέχρι και να τρέξει. Όσο ανακαλύπτει κανείς αυτά τα πράγματα, ανακαλύπτει τον εαυτό του. Είναι όμορφα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αν όμως μετά απ’όλα αυτά, αποδειχθεί ότι ο έρωτας δεν είναι τυχαίος, ότι ο ένας είναι φτιαγμένος για τον άλλο, έστω με τα μέτρα και τα σταθμά αυτής της ηλικίας όπου τίποτα δεν είναι ακριβώς αλλά όλα περίπου, τότε…&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Τότε σταματάνε όλα, ένα γιγαντιαίο &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;pause&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt; &lt;/span&gt;πατιέται στο τηλεκοντρόλ του θεού και οι δύο άγγελοι χορεύουν σε ένα άγριο, κόκκινο τανγκό. Τέρμα τα χνάρια και το περπάτημα και η εξερεύνηση. Είναι η ώρα που τρως το ταίρι σου και δεν χορταίνεις. Παθιασμένος χορός, και δεν τελειώνει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έτσι κι εκείνοι, ερωτεύτηκαν για τα καλά, πέρναγαν γαμώ και στη πενταήμερη πηδήχτηκαν. Ήταν η πρώτη φορά και των δυο τους. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η Ηλιάνα παρέβη τον όρκο που χε δώσει με τις φίλες της, ότι θα το κάνουν όλες πρώτη φορά στο πανεπιστήμιο. Ένιωσε πως ήταν έτοιμη, ή όχι και τόσο. Τα κορίτσια ποτέ δε νιώθουν ακριβώς έτοιμα γι’αυτό το πράγμα. Απλά το τολμάνε, άλλες νωρίτερα και άλλες αργότερα. Όπως και να χει ο έρωτας καθοδηγούσε το μυαλό της, και διόγκωνε την ερωτική της επιθυμία για εκείνον. Τον ήθελε μέσα της σε μια προσπάθεια να τον κρατήσει για πάντα εκεί.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο Στάθης κέρδισε το στοίχημα που χε βάλει με τους φίλους του για το ποιός θα το κάνει πρώτος. Άλλωστε ήταν αναμενόμενο, ήταν το φαβορί. Ένιωσε επιτέλους να ξαλαφρώνει από την απεριόριστη πίεση των γεννητικών του οργάνων μετά από κάθε συνεδρία με την Ηλιάνα. Και ‘ντάξει, ήταν μια ολοκλήρωση, ένα βήμα που έπρεπε να γίνει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Από τότε, ένας καινούριος κόσμος αποκαλύφθηκε μπροστά τους. Ήταν σαν τους πρωτόπλαστους στο κήπο της εδέμ, όλα ήταν φτιαγμένα γι’αυτούς, για την ηδονή τους. Η πενταήμερη πέρασε, ύστερα χάθηκαν στις εξετάσεις, το καλοκαίρι μπήκε για τα καλά, τα σχολεία τελείωσαν για πάντα. Όλοι ήταν λίγο χαμένοι. Ένα κεφάλαιο έκλεισε και ποιος ξέρει τι θα πάρει τη θέση του. Εκείνοι ήταν ξανά μαζί όμως.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Το καλοκαίρι υπόσχεται κάθε φορά τόσα πολλά, και πάντα στο τέλος δίνει τόσο λίγα. Νιώθει κανείς ότι τον αποχαιρετά με ένα κακιασμένο χαμόγελο και με ένα κλείσιμο του ματιού, και πως ακόμα και το φθινόπωρο που έρχεται είναι θλιμμένο γι’αυτό το λόγο. Ας περιμένουμε όλοι, μπορεί του χρόνου.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Οι δυο τους όμως ήταν πολύ νέοι για να ξέρουν απ’αυτά και αυτό είναι σχεδόν πάντα καλό. Απολάμβαναν τον έρωτα τους χωρίς όρια, όπως κι εκείνο το βράδυ. Όταν ο Στάθης βγήκε από μέσα της, ζαλισμένος από τον οργασμό του και τη φιλούσε γλυκά. Κι εκείνη μεθυσμένη το ανταπέδιδε. Ώσπου παρατήρησαν ότι το προφυλακτικό τους έχει γίνει κομμάτια και πως το σπέρμα του Στάθη ήδη ταξίδευε ολοταχώς με το εξπρές για τη μήτρα της κοπέλας του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Σαν κέρινα ομοιώματα, κάτωχροι από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος κοιτιόντουσαν για μερικά λεπτά. Εκείνη ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Εκείνος έσφιγγε τα χείλη.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Κοίτα, θα το λύσουμε. Έχω ακούσει γι’αυτό το χάπι. Θα το βρούμε, ηρέμησε.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Τι άλλο μπορούσε να της πεί; Ούτε και ήξερε τι της έλεγε, προσπαθούσε να την ηρεμήσει για να ηρεμήσει κι ο ίδιος.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Στάθη τι θα κάνουμε; Τι χάπι και βλακείες, δεν έχω ξαναπάρει κάτι τέτοιο… Στάθη τι θα κάνουμε;» Τελικά έμπηξε τα κλάματα και έπεσε στην αγκαλιά του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Άκου θα με περιμένεις εδώ, μου το υπόσχεσαι; Θα πάω να το βρω, πρέπει.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Σηκώθηκε απότομα, ντύθηκε βιαστικά, ήθελε να φύγει από κει μέσα. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Βάλε κάτι πάνω σου! Βρέχει έξω!» του φώναξε εκείνη, αλλά αυτός είχε ήδη κλείσει τη πόρτα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έξω όντως έβρεχε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;*&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;3. Το χαμόγελο της αβεβαιότητας&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Το χαμόγελο της αβεβαιότητας ήταν χαραγμένο στα χείλη του. Είναι μια αίσθηση περίεργη, αυτό που παίρνεις, αυτό που δίνεις. Τι αφήνεις.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Δώδεκα ώρες είχε δουλέψει σήμερα ξανά. Υπερωρίες, και ένταση, όλα για τη δουλειά. Όλα για να μην έχει παράπονο το αφεντικό. Πωλήσεις και συμφωνίες. Ανάλυση κόστους. Προγραμματισμός.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Στριφνές λέξεις, δε διαφωνεί κανείς. Αν ο Τάκης έβρισκε κάποιον που να στραβομουτσουνιάζει διαβάζοντας τες, μάλλον θα του έσπαγε τα μούτρα. «Που να το ζούσες τη μισή μέρα, κάθε μέρα ρε αρχίδι!» θα του φώναζε στο αυτί. Κάποια πράγματα χαράζονται όντως στο πετσί αυτών που τα κάνουν. Κάποια πράγματα δεν είναι απλά, άσχετα με το πώς φαίνονται. Κάποιες καταστάσεις δεν αντιμετωπίζονται με το να χαμογελάς απλά και να λες δεν πειράζει όλα θα φτιάξουν. Όχι αυτά είναι μαλακίες. Σχεδόν πάντα, σε ένα μέρος που όλα είναι σχεδόν, και κατά ένα ποσοστό, πρέπει να χύσεις αίμα για να φτιάξεις τα πράγματα. Τα γαμημένα πράγματα φτιάχνονται με κόπο και χαλάνε για πλάκα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ένας εργένης στα τριάντα του ζητάει μόνο να είναι καλά. Να ανέβει ψηλότερα, να σιγουρέψει αυτό που είναι. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει; Δεν είναι στην ηλικία για να παίζει πια. Είναι στο σημείο που έχει μια ζωή μπροστά του, και για πρώτη φορά τίποτα πίσω του. Τα υποστηρίγματα τελείωσαν. Ώρα να παλέψεις με τα σκυλόψαρα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Γαμημένες μέρες που περνούσαν η μία μετά την άλλη, όλες πανομοιότυπες, όλες στη δουλειά. Τίποτα δεν τις έκανε να διαφέρουν, δεν υπήρχε ελεύθερος χρόνος παρά μόνο για ύπνο. Εδώ και πολύ καιρό τώρα. Ο λίγος χαβαλές που έκανε με τους δυο συνάδελφους στη δουλειά έκανε τη μέρα πιο υποφερτή. Οι μπύρες μετά το σχόλασμα σε κάποιο κοντινό μπαρ ήταν κάτι που έκανε μια μέρα ωραία.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πάμε νωρίς, να μεθύσουμε νωρίς για να πάμε σπίτι να κοιμηθούμε. Αύριο δουλεύουμε ξανά. Λίγο καλή μουσική και γέλιο. Οι μπύρες κυλούν, η ένταση φεύγει. Ας πούμε για μπάλα αδέρφια. Ω ναι, ας πούμε για μπάλα. Και ύστερα για γκόμενες και γαμήσια. Φανταστικά και πραγματικά. Αν υπάρχει και λίγο πολιτική, τέλεια. Είναι ότι χρειάζεται πριν γυρίσουμε στις γκόμενες και τα γαμήσια πάλι. Αυτά είναι όμορφα πράγματα, είναι ότι πρέπει. Τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς; Τι μένει σε έναν άνθρωπο που μοχθεί; Οι μικρές χαρές είναι κολυμπήθρες με αγιασμό στις οποίες βουτά και εξιλεώνεται.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πριν τις δώδεκα θα πούμε αντίο, ο καθένας το δρόμο του. Ο Τάκης απόψε όμως, θα ήθελε να γαμήσει. Έχει πολύ καιρό να το κάνει, και ίσως να πήγαινε με άνεση σε ένα μπουρδελάκι. Χωρίς πολύ ψάξιμο, τα καλά τα έχει σταμπάρει, η κοπέλα ανοίγει και χαμογελά. Απαγγέλει τη πραμάτεια της. Είναι μόνη, χωρίς τσατσά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο Τάκης ζαλισμένος από το αλκοόλ γδύνεται και ξαπλώνει. Εκείνη έρχεται μετά από λίγο, ξαπλώνει δίπλα του, ίσως τον ρωτήσει πως τον λένε, κι εκείνος θα τη ρωτήσει το ίδιο και από ποια χώρα είναι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η κοπέλα τον παίρνει στο στόμα της, ταυτόχρονα του περνά προφυλακτικό, εκείνος της χαϊδεύει το κώλο και θαυμάζει το ταλέντο της.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Θέλεις να κάνουμε εξήντα εννιά;» την ρωτάει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Εκείνη χαμογελά λίγο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Αυτό γουστάρεις; Έπρεπε να μου πεις να μη βάλω αλοιφή.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Δεν με πειράζει.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Θα σηκώσει το πόδι της περνώντας το από πάνω του και θα του προσφέρει το μουνί της.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αν το μπουρδέλο είναι το βασίλειο της αυταπάτης, αιώνιο σύμβολο ενός παραπαίοντος πολιτισμού, το γλυφομούνι στη πουτάνα είναι η εθελούσια αιμοδοσία σε ένα τέρας που τρέφεται από τη προσφορά ψευδαισθήσεων. Εκείνη συνήθως δεν έχει λόγο να απολαύσει τη δουλειά της, ίσα ίσα την δυσκολεύει να συνεχίσει έτσι. Εκείνος νιώθει περισσότερο ότι το κάνει με μια κανονική γκόμενα, αν μπορούμε να χωρίσουμε τις γκόμενες σε κανονικές και σε επαγγελματίες. Επίσης κινδυνεύει να κολλήσει τίποτα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αλλά ποιός μπορεί να τον κατηγορήσει για κάτι; Σ’αυτό το κόσμο των συμβάσεων, ποιος δε χτίζει το δικό του γυάλινο κλουβί; Γυάλινα τούβλα οι ψευδαισθήσεις, μία προς μία. Ζούμε για κάτι τέτοια. Ζούμε για αυτά. Αν ο κόσμος ήξερε τι είναι στ’αλήθεια τα ναρκωτικά θα έπεφταν όλοι με τα μούτρα. Όλοι, το εκατό τοις εκατό. Θα έγραφαν στα αρχίδια τους τις δουλειές και τα πράγματα που τέλος πάντων πρέπει να γίνουν, και θα έπεφταν σε αυτό που τελικά είναι το μόνο που μπορεί να τους δώσει ότι τους υποσχέθηκε. Ναρκωτικά αδέρφια.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Την πήδηξε, ιεραποστολικά, και στα τέσσερα όπου και τελείωσε. Ξάπλωσε λιγάκι ξέπνοος δίπλα της και το χαμόγελο της αβεβαιότητας ήταν χαραγμένο στα χείλη του. Είναι μια αίσθηση περίεργη. Θα ‘πρεπε να ‘μαι χαρούμενος γι’αυτό που πήρα τώρα; Η αναζωογόνηση και η εκτόνωση του σεξ. Και η αβεβαιότητα, πως πήρα, τι έδωσα, τι αφήνω πίσω , δε μου φτάνει αυτό, δεν μου κάνει. Πράγματα που ένας άντρας μπορεί να σκεφτεί λογικά, μόνο αφότου ξαλαφρώσει τους όρχεις του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Την αγκάλιασε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Ωωω! Τι γλυκό παιδί! Πρέπει να φύγω μωρό μου με περιμένουν. Φιλιά.» Εκείνη τον άφησε και πήγε στο δίπλα δωμάτιο. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Δεν τον κράτησε ούτε δύο δευτερόλεπτα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ντύθηκε, αργά, με βαριές κινήσεις. Βγήκε απ’το δωμάτιο, κι έπεσε πάνω στις φάτσες αυτών που περίμεναν να δουν τη πουτάνα. Πάντα τον μιζέριαζε αυτή η εικόνα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Βγήκε στο δρόμο. Έβρεχε. Πρέπει να ‘χε βρέξει καταρρακτωδώς όσο ήταν μέσα, χοντρά ρυάκια κύλαγαν στην άκρη του πεζοδρομίου. Κουβάλαγαν στη πλάτη τους κουτάκια αναψυκτικών, λιωμένα χαρτιά, αποτσίγαρα. Τώρα η βροχή είχε κοπάσει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Εκείνος κοίταξε ψηλά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Τι όμορφη βροχή.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-3304581891810438620?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/3304581891810438620/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/08/blog-post.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/3304581891810438620'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/3304581891810438620'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/08/blog-post.html' title='Καλοκαιρινή Βροχή'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-2581208961154097416</id><published>2009-07-28T06:17:00.000-07:00</published><updated>2009-07-28T06:33:01.972-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='διηγήματα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='cyberpunk'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παράξενες'/><title type='text'>Π όπως Πυρετός</title><content type='html'>&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:worddocument&gt;   &lt;w:view&gt;Normal&lt;/w:View&gt;   &lt;w:zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:trackmoves/&gt;   &lt;w:trackformatting/&gt;   &lt;w:punctuationkerning/&gt;   &lt;w:validateagainstschemas/&gt;   &lt;w:saveifxmlinvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:ignoremixedcontent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:alwaysshowplaceholdertext&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:donotpromoteqf/&gt;   &lt;w:lidthemeother&gt;EL&lt;/w:LidThemeOther&gt;   &lt;w:lidthemeasian&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeAsian&gt;   &lt;w:lidthemecomplexscript&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeComplexScript&gt;   &lt;w:compatibility&gt;    &lt;w:breakwrappedtables/&gt;    &lt;w:snaptogridincell/&gt;    &lt;w:wraptextwithpunct/&gt;    &lt;w:useasianbreakrules/&gt;    &lt;w:dontgrowautofit/&gt;    &lt;w:splitpgbreakandparamark/&gt;    &lt;w:dontvertaligncellwithsp/&gt;    &lt;w:dontbreakconstrainedforcedtables/&gt;    &lt;w:dontvertalignintxbx/&gt;    &lt;w:word11kerningpairs/&gt;    &lt;w:cachedcolbalance/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;   &lt;m:mathpr&gt;    &lt;m:mathfont val="Cambria Math"&gt;    &lt;m:brkbin val="before"&gt;    &lt;m:brkbinsub val="&amp;#45;-"&gt;    &lt;m:smallfrac val="off"&gt;    &lt;m:dispdef/&gt;    &lt;m:lmargin val="0"&gt;    &lt;m:rmargin val="0"&gt;    &lt;m:defjc val="centerGroup"&gt;    &lt;m:wrapindent val="1440"&gt;    &lt;m:intlim val="subSup"&gt;    &lt;m:narylim val="undOvr"&gt;   &lt;/m:mathPr&gt;&lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:latentstyles deflockedstate="false" defunhidewhenused="true" defsemihidden="true" defqformat="false" defpriority="99" latentstylecount="267"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="0" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Normal"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="heading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="35" qformat="true" name="caption"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="10" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" name="Default Paragraph Font"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="11" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtitle"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="22" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Strong"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="20" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="59" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Table Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Placeholder Text"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="No Spacing"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Revision"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="34" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="List Paragraph"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="29" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="30" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="19" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="21" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="31" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="32" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="33" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Book Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="37" name="Bibliography"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" qformat="true" name="TOC Heading"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;style&gt; &lt;!--  /* Font Definitions */  @font-face  {font-family:"Cambria Math";  panose-1:2 4 5 3 5 4 6 3 2 4;  mso-font-charset:1;  mso-generic-font-family:roman;  mso-font-format:other;  mso-font-pitch:variable;  mso-font-signature:0 0 0 0 0 0;} @font-face  {font-family:Calibri;  panose-1:2 15 5 2 2 2 4 3 2 4;  mso-font-charset:161;  mso-generic-font-family:swiss;  mso-font-pitch:variable;  mso-font-signature:-1610611985 1073750139 0 0 159 0;}  /* Style Definitions */  p.MsoNormal, li.MsoNormal, div.MsoNormal  {mso-style-unhide:no;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  margin-top:0cm;  margin-right:0cm;  margin-bottom:10.0pt;  margin-left:0cm;  line-height:115%;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:Calibri;  mso-fareast-theme-font:minor-latin;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;  mso-fareast-language:EN-US;} p.MsoFooter, li.MsoFooter, div.MsoFooter  {mso-style-priority:99;  mso-style-link:"Footer Char";  margin:0cm;  margin-bottom:.0001pt;  mso-pagination:widow-orphan;  tab-stops:center 207.65pt right 415.3pt;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:Calibri;  mso-fareast-theme-font:minor-latin;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;  mso-fareast-language:EN-US;} span.FooterChar  {mso-style-name:"Footer Char";  mso-style-priority:99;  mso-style-unhide:no;  mso-style-locked:yes;  mso-style-link:Footer;} .MsoChpDefault  {mso-style-type:export-only;  mso-default-props:yes;  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:Calibri;  mso-fareast-theme-font:minor-latin;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;  mso-fareast-language:EN-US;} .MsoPapDefault  {mso-style-type:export-only;  margin-bottom:10.0pt;  line-height:115%;} @page Section1  {size:595.3pt 841.9pt;  margin:72.0pt 89.85pt 72.0pt 89.85pt;  mso-header-margin:35.45pt;  mso-footer-margin:35.45pt;  mso-paper-source:0;} div.Section1  {page:Section1;} --&gt; &lt;/style&gt;&lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt;  /* Style Definitions */  table.MsoNormalTable  {mso-style-name:"Table Normal";  mso-tstyle-rowband-size:0;  mso-tstyle-colband-size:0;  mso-style-noshow:yes;  mso-style-priority:99;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;  mso-para-margin-top:0cm;  mso-para-margin-right:0cm;  mso-para-margin-bottom:10.0pt;  mso-para-margin-left:0cm;  line-height:115%;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:"Times New Roman";  mso-fareast-theme-font:minor-fareast;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;} &lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="line-height: 115%;font-size:12pt;" &gt;Στη πόλη.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Κι έτσι μια μέρα, ο Γιώργος μπήκε μέσα. Ήταν λιώμα στα &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;e&lt;/span&gt; πάλι, σάλια τρέχανε στο πηγούνι του. Κρατούσε το τουφέκι του όπως συνήθιζε, στο αριστερό χέρι από τη μέση του όπλου με τον παράμεσο &lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;στη σκανδάλη. Μπροστά ήμασταν οι στάνταρ: η Παιανία, η Όλγα κι εγώ. Τα κορίτσια κατάλαβαν με τη μια τι πρόκειται να συμβεί και πήδηξαν πίσω από πάγκους και τραπέζια να καλυφθούν. Ο Γιώργος τότε άρχισε να πυροβολεί προς το μέρος τους στα τυφλά. Οι σφαίρες έπεφταν καταιγιστικά κι εγώ να χω μείνει παγωμένος. Αν έκανα κάτι να τον σταματήσω, ίσως να σκότωνε κι εμένα. Μετά από μερικά λεπτά σταμάτησε από μόνος του. Ακούμπησε το όπλο στην άκρη. Λίμνες αίματος έρχονταν προς το μέρος μας.&lt;/p&gt;&lt;span class = "fullpost"&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Ρόναλντ, φέρε μερικές πετσέτες και μάζεψε εδώ» μου είπε. «Και μια χούφτα &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;e&lt;/span&gt;» πρόσθεσε. Η αδρεναλίνη είναι εχθρός του πυρετού, η αληθινή αδρεναλίνη.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Δε ξέρω τι ακριβώς ήθελε να πετύχει εκείνη τη μέρα, φαντάζομαι πάντως πως έστω και από καθαρή τύχη το πέτυχε. Οι δύο κοπέλες ήταν κολλητές φίλες εδώ και πολλά χρόνια. Τις είχαμε μαζί μας τόσο καιρό που σχεδόν είχαν γίνει συνέταιροι στην επιχείρηση. Ο Γιώργος τις είχε μαζέψει από το δρόμο σε μια από τις άπειρες εξορμήσεις του στα στενά. Αγάπησε την Παιανία κι εκείνη αυτόν σχεδόν από τους πρώτους μήνες. Η Όλγα ήταν πολύ φίλη της και έτσι την πήρε κι εκείνη μαζί. Αναγκαστικά την γαμούσε πότε πότε κι αυτήν. Μάλιστα άφηνε κι εμένα να το κάνω.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όλοι στη γύρα ξέραν ότι τελευταία ο Γιώργος δε τη παλεύει και πολύ. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς το γιατί, μάλλον ούτε και ο ίδιος. Μια μέρα άραζα στο στενό μας καπνίζοντας κάτι σκατά όταν ένα βαποράκι από τα τελειωμένα πετάχτηκε μέσα από τα σκοτάδια.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Φίλε ο δικός σου δε τη παλεύει» μου είπε. Φαινόταν μόνο το ασπράδι των ματιών του. Κι αυτό ελάχιστα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Μπορώ να ψωνίσω από σένα;».&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πέταξα το τσιγάρο μου.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Τι θέλεις και πόσο;»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Θέλω 1000 &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;e&lt;/span&gt; και μισό κιλό απ’τα σκατά που κάπνιζες.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Τι έγινε άνοιξαν οι δουλειές; Πολλά δεν είναι για σένα;»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Ψωνίζω και γι’άλλους. Που δε σε ξέρουν όσο καλά ξέρουν εμένα.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αυτό ήταν ανησυχητικό.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Είστε πολλοί που δε πάτε στο Γιώργο πλέον έ;»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Δεν την παλεύει &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;man&lt;/span&gt;. Στο είπα.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Παρόλαυτα όλοι φερόμασταν φυσιολογικά απέναντι του. Γυρνούσε σαν φάντασμα με τα μάτια κόκκινα από το πυρετό. Πολλές φορές κι εγώ το ίδιο. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αυτό που κατάφερε ήταν να στείλει και τις δύο κοπέλες στην εντατική. Η Όλγα πέθανε μετά από δυο μέρες. Η Παιανία έγινε καλά. Μετά από 4 μήνες ήταν πάλι κοντά μας. Τίποτα δε μαρτυρούσε την περιπέτεια αυτή πέρα από μια ουλή κάτω από το δεξί ζυγωματικό και ένα ελαφρύ στραβοπάτημα, που θα μπορούσε να ναι και από τον πυρετό. Και κάτι άλλο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η Παιανία ήρθε αλλαγμένη σε μας, κυρίως από μέσα. Δε μίλαγε πια, είχε ένα άδειο βλέμμα. Δεν έλεγε αστεία ούτε έτρεχε πάνω κάτω όπως παλιά. Ο Γιώργος παρόλαυτα άρχισε να φαίνεται λίγο καλύτερα. Ίσως έτσι να την ήθελε πάντα. Ίσως χαιρόταν που την έφτιαξε τελικά όπως την ήθελε. Ποιος ξέρει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ξανάρχισε να αράζει στο στενό μας μαζί μου, λιώμα όπως πάντα. Οι ελάχιστοι περαστικοί, όλοι πελάτες μας, ξανάρχισαν να τον εμπιστεύονται. Πλησίαζαν σα φαντάσματα περπατώντας αργά ανάμεσα στην ομίχλη του δρόμου. Μαύρες φιγούρες που ζητούσαν λίγη συγκίνηση. Για μια στιγμή πίστεψα πως γυρίσαμε πίσω στις καλές εποχές. Μέχρι που ένα βράδυ, μια από τις μαύρες φιγούρες περπατούσε πιο γρήγορα, ήχοι από τακούνια τη προπόρευαν και δεν φαινόταν να έρχεται προς εμάς. Η Παιανία. Πέρασε μπροστά από το Γιώργο. Εκείνος την άρπαξε από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Πάς να ξεφορτωθείς τον πυρετό σου;» Την ρώτησε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Εκτιμώ τον πυρετό μου.» Απάντησε εκείνη. Δεν θυμάμαι πολύ καλά αλλά ίσως να ήταν και η πρώτη φορά που την άκουγα μετά το συμβάν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Εγώ μισώ τον δικό μου. Και των δυο μας.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Την φίλησε κι εκείνη ανταποκρίθηκε με πάθος. Έτσι έκανε πάντα, ποτέ της δεν του είχε αρνηθεί φιλί.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Την άφησε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πολλές φορές ερχόταν και καθόταν μαζί μας. Ήταν ωραία άλλωστε στο στενό μας. Αυτή τη φορά όμως καταλάβαμε αμέσως, πως θα έφευγε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον Γιώργο να δακρύζει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Δεν βγήκε από το σπίτι για την επόμενη βδομάδα. Νόμιζα πως θα πεθάνει από τα &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;e&lt;/span&gt;. Ο πυρετός τον είχε κάνει σχεδόν φυτό. Ήταν όλη μέρα στο κρεβάτι, κατέβαζε άπειρες ποσότητες από δαύτα και τα χρώματα της &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;TV&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt; &lt;/span&gt;φώτιζαν το τσακισμένο πρόσωπο του. Το κούφιο του βλέμμα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Δε μπορούσα να τον βλέπω άλλο έτσι, οπότε αποφάσισα να ψάξω. Ρωτώντας μερικούς ανθρώπους κλειδιά καθώς και άσχετα με τη φάση, δικά μου κονέ έμαθα την πικρή αλήθεια. Η Παιανία δεν ήταν πια όπως την ξέραμε. Είχε κλειστεί πάρα πολύ στον εαυτό της. Τόσο που η προσωπικότητα της είχε αρχίσει να συρρικνώνεται. Εκείνη άλλαζε και μίκραινε στην χώρα των συμβόλων. Είχε πάρει τόσα πολλά φάρμακα και ίσως να έφταιγαν κι αυτά δε ξέρω. Είχε αρχίσει να γίνεται ένα Π, ένα μεγάλο γράμμα. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μια μέρα έδεσε στο λαιμό της ένα σκοινί και στην άλλη άκρη ένα μεγάλο μετεωρολογικό μπαλόνι. Θεωρούσε πως θα ‘ταν ένας σπουδαίος τρόπος να πεθάνεις και το πτώμα σου να γίνει θέαμα για όλους κι όμως κανείς να μη μπορεί να το φτάσει. Αλλά απέτυχε ή ίσως αυτό όντως να θελε στα αλήθεια, μ’αυτή τη κοπέλα δε μπορούσες ποτέ να ξέρεις. Δεν πέθανε, αντ’αυτού έγινε όντως ένα Π και ταξίδευε. Έφευγε με τους αέρηδες μακριά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όταν το είπα στο Γιώργο. Εκείνος για μια στιγμή πήρε τα μάτια από την &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;TV&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt; &lt;/span&gt;και τα ‘ριξε γουρλωμένα πάνω μου. Αμέσως μετά έπεσε σαν νεκρός στο πλάι και κοιμήθηκε ώρες πολλές.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όταν ξύπνησε φόρτωσε μερικές προμήθειες, και κάτι υπολογιστικά συστήματα στο άλογο του. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Πάω να τη βρω. Εσύ κάτσε εδώ να προσέχεις τη δουλειά» μου είπε και χάθηκε καλπάζοντας.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Τι θα ‘πρεπε να κάνω τώρα; Πως περιπλέχθηκαν έτσι τα πράματα ήθελα να ήξερα. Έκατσα κι εγώ δυο μέρες να σκεφτώ. Αποφάσισα να τον ακολουθήσω για το καλό του. &lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;Έτσι έμαθα και τη συνέχεια της ιστορίας του.&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="line-height: 115%;font-size:12pt;" &gt;Στη φύση.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Είχε φορτώσει ένα πανάκριβο ηλεκτρονικό γεμιστήρα στο τουφέκι του. Πρακτικά είχε άπειρες σφαίρες. Στην αρχή ήταν εύκολο να τον ακολουθώ. Συχνά πυκνά τρελαινόταν και σκότωνε ότι συναντούσε στο διάβα του. Ξεκλήριζε ολόκληρα χωριά σαν δαίμονας. Πάντα ερχόμουν δεύτερος μιας κι εγώ πήγαινα πεζός. Το σημαντικότερο μου όμως πρόβλημα ήταν να ακολουθώ την πορεία του. Εννοείται πως δεν σήκωνε το τηλέφωνό του ούτε απάνταγε στην αλληλογραφία του. Το πιο πιθανό θα ‘ταν να χει πετάξει και τις δυο συσκευές μακριά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έτσι μου μένε να διαβάζω στα νέα την καταστροφή που προκάλεσε σε κάποιο μέρος και να ρωτήσω τους επιζήσαντες προς τα πού πήγε. Αλλά κάποια στιγμή σταμάτησε να το κάνει κι αυτό. Φαίνεται πως η οργή του ξεθύμανε. Ποιος ξέρει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο Γιώργος πάντως έμπαινε όλο και πιο βαθιά στην άγρια φύση της ηπείρου. Κανείς από τους δυο μας δεν ήταν εξοικειωμένος μ’αυτό. Δεν ξέρω πως θα την πάλευε. Είχε μαρκάρει το Π στο σύστημα του, και προσπαθούσε να προβλέψει τη πορεία του, να βρεθεί μπροστά του. Μελετούσε τους ανέμους και κινούταν με βάση αυτούς. Η ίδια η φύση, ή ίσως η τύχη τον έσπρωχναν όλο και πιο μακριά, προς τα άγνωστα σύνορα της ηπείρου. Μπορεί και να ‘ταν η θέληση του Π να πάει προς τα κει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Σχεδόν ένας χρόνος είχε περάσει και ο Γιώργος ακόμα ταξίδευε. Το άλογο του ακούραστο τον κουβαλούσε σε μια κλειστή από βουνά περιοχή και άπειρους λόφους στο κέντρο. Τους ανεβοκατέβαινε υπομονετικά μιας και δεν υπήρχε τρόπος να κόψει δρόμο και ούτε το θελε. Προσπαθούσε να ναι πάντα στην ευθεία που θα τον διασταύρωνε με το μπαλόνι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Είχε φτάσει τόσο μακριά, που είχε στην ουσία μπει μέσα στον πόλεμο δύο ξένων χωρών. Η περιοχή μύριζε έντονα καμένο αρκετά χιλιόμετρα τώρα και όσο πλησίαζε ο Γιώργος άκουγε πολύ δυνατά μπουμπουνητά σαν αστραπές. Κανείς στρατιώτης δεν τον σταμάτησε. Μάλλον ερχόταν από τη μεριά της χώρας που έχανε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όλοι μάθαιναν γι’αυτό από τα νέα, και να τώρα που ο Γιώργος το έβλεπε με τα μάτια του. Στο τελευταίο λόφο που ανέβηκε είχε μπροστά του πια μεγαλόπρεπο το θέατρο του πολέμου. Οι βόρειοι είχαν νικήσει ξανά. Στην άκρη της μικρής πόλης ακόμα μαίνονταν μικροσυγκρούσεις. Ακόμα πιο δίπλα έβλεπε μερικά πετσοκομμένα στρατεύματα να υποχωρούν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Από την άλλη ο νικηφόρος στρατός είχε ήδη προελάσει μέσα στην πόλη. Οι βόρειοι είχαν βάλει μπροστά τα μηχανήματα. Είχαν μπουλντόζες, θεόρατα οχήματα που έφταναν πραγματικά ως τον ουρανό. Μ’αυτά ξεθεμελίωναν τα κτίρια και τα έπαιρναν όπως ήταν μαζί τους. Τα φυτεύανε ύστερα στις δικές τους πόλεις σαν δεντράκια.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Ακόμα και ο δικός σας πόλεμος κάποτε τελειώνει» μονολόγησε ο Γιώργος και γύρισε το βλέμμα του προς τη κατεύθυνση που θα ‘πρεπε να ναι το Π του. Ευτυχώς θα περνούσε έξω από την πόλη. Σπιρούνισε το άλογο του και συνέχισε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;* &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Είχε περάσει πια ένας χρόνος και μερικοί μήνες. Ο Γιώργος προχωρούσε ακάθεκτος κι εγώ ακόμη τον ακολουθούσα ασθμαίνοντας. Είχα αρχίσει να κουράζομαι. Στο τελευταίο χωριό που ρώτησα μια κυρία μεγάλη σε ηλικία μου απάντησε: «Οι θεοί να μας φυλάνε από τους δαίμονες και απ’όσους τους αναζητούν!» Είχε τον τρόμο στα μάτια της και μου κλείσε τη πόρτα κατάμουτρα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μάλλον είχα χάσει την επαφή. Δεν είχα ιδέα που μπορεί να ήταν και σίγουρα ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από μένα. Εδώ και μήνες ακολουθούσα στα τυφλά μια πορεία που εκείνος είχε χαράξει πριν μισό χρόνο. Το πείσμα μου δε θα μου βγαίνε σε καλό. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Εκείνη τη περίοδο ο Γιώργος είχε φτάσει στη τελευταία χώρα της ηπείρου μας στα βορειοανατολικά. Μετά από τη πρωτεύουσα της εκτεινόταν μια μικρή λωρίδα θάλασσας που θα ‘λεγε κανείς ότι &lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;χώριζε την ξηρά του πλανήτη στα δύο. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο Γιώργος κινούταν νωχελικά προς τη πρωτεύουσα έχοντας μάλλον παραδεχτεί την ήττα του. Ήταν μισοάρρωστος και πεινασμένος. Είχε τραβήξει τόσα πολλά και δεν είχε κερδίσει τίποτα. Γνώριζε πως αν το μπαλόνι διέσχιζε τη θάλασσα δε θα μπορούσε να κάνει πολλά. Όλος ο κόσμος όμως ήξερε ότι θα προσπαθούσε. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όταν έφτασα τελικά εκεί, ο νεαρός που ρώτησα έμενε στην άκρη της πόλης σε έναν συνοικισμό που θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις και χωριουδάκι. Μου χαμογέλασε πλατιά και μου έδειξε τον πύργο της πόλης που τον διέκρινες από πολύ πολύ μακριά και η κορφή του χανόταν στα σύννεφα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Εκεί!» μου είπε ενθουσιασμένος. Προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν όντως στην ηλικία για να θυμάται τι έχει συμβεί.&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="line-height: 115%;font-size:12pt;" &gt;Στη πόλη ξανά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο Γιώργος χάζευε κι εκείνος τον πύργο μπαίνοντας στην πόλη. Πρώτη φορά έβλεπε κάτι τέτοιο και ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο. Ήταν ένας πανέμορφος ουρανοξύστης που άγγιζε τα σύννεφα. Ήταν πλατύς όσο τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα, μα όχι υπερβολικός. Δεν είχε γωνίες όπου δεν ήταν απαραίτητο και ούτε τσιμέντο αν δεν ήταν επιτακτικό. Ήταν σαν κρυστάλλινο ποτήρι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Εντελώς ασυναίσθητα ο Γιώργος κατέγραψε τον πύργο στο &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;Pc&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt; &lt;/span&gt;του. Σαν αξιοθέατο. Αλλά το &lt;span style="" lang="EN-US"&gt;pc&lt;/span&gt; άρχισε να σφυράει και να αναβοσβήνει. Το κοίταξε με γουρλωμένα μάτια για να πληροφορηθεί ότι το μπαλόνι του θα πέρναγε ξυστά από τη κορφή του πύργου σε λιγότερο από μισή ώρα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«ΑΑΑΑΑΑΑΑΡΓΚΧ!» φώναξε με οργή και ηδονή. Έμοιαζε με τον παλιό καλό αυτόν άνθρωπο που όλοι ξέραμε. Σπιρούνισε το άλογο του και σχεδόν ξάπλωσε πάνω στη χαίτη του. Τώρα θα υπερπηδούσε όλα τα εμπόδια, τον αέρα τα αμάξια και τους ανθρώπους.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η μεγαλούπολη κινούταν στους ρυθμούς της. Είχε τις μυρωδιές της: γρήγορο νόστιμο φαγητό και πόρνες. Δεν είχε βραδιάσει ακόμα, αλλά οι ευκαιρίες ήταν εκεί, περίμεναν. Οι εργαζόμενοι σχόλασαν και κόλλησαν στη κίνηση, οι έφηβοι ακούνε δυνατά μουσική και οι γυναίκες σκέφτονταν πως πρέπει να κάνουν αποτρίχωση όταν με ένα εκκωφαντικό κρότο ένα πόδι αλόγου τους έσπαγε το παρμπρίζ ή τα μούτρα στη χειρότερη.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αυτός ο τρελός από έρωτα άνθρωπος πηδούσε πάνω από φανάρια και κιόσκια με σάντουιτς. Θα έκανε ξανά κακό στον κόσμο, ξανά για καλό σκοπό. Ταξίδευε σαν τον άνεμο προς το κέντρο της πόλης και κανείς δε προλάβαινε να τον δει. Το άλογο του πέρναγε μέσα από τραπέζια και τηλεφωνικούς θαλάμους ανενόχλητο. Έκανε τόσο θόρυβο με τις οπλές του που δε μπορούσε να μιλήσεις. Άφηνε στην άσφαλτο καυτά τα αποτυπώματα του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ώσπου έφτασαν στον πύργο. Τον προσέγγισαν από τη πίσω πλευρά, εκείνος με ένα πυροβολισμό άνοιξε τη κλειδαριά και το άτι του κατεδάφισε την πόρτα. Έκανε ένα δυο γύρους. Κανένα από τα πολλαπλά γυάλινα εξωτερικά ασανσέρ δεν ήταν στο ισόγειο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Γαμώ τη πουτάνα μου!» ούρλιαξε οργισμένος. Ο χρόνος τον πίεζε ασφυκτικά. Πήρε το πιστό του άλογο και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες μ’αυτό. Έτρεχαν και έτρεχαν και το κτήριο στριφογυρνούσε καθώς εκείνοι ακίνητοι έτρεχαν. Το κτήριο στριφογυρνούσε και κατέβαινε, ο χρόνος κύλαγε ενάντια τους και εκείνοι έτρεχαν όσο μπορούσαν. Ο Γιώργος είχε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα. Είχε σφιχτεί τόσο πολύ πάνω στον παλιόφιλο του που ήταν σα να είχαν γίνει ένα. Σα να τρέχανε μαζί ανέκαθεν. Ίδρωνε και βούρκωνε, ήξερε πως δε θα πρόφταιναν. Είχαν πολύ δρόμο ακόμα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Σε έναν όροφο ο αναβάτης με το άλογο του μπήκαν από τις σκάλες τη στιγμή που το ασανσέρ άνοιγε τις πύλες του. Δεν μπορούσε να πιστέψει στην ανέλπιστη τύχη του. Παίρνοντας φόρα όρμησε μέσα στο ασανσέρ.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Όλοι έξω! ΤΩΡΑ!»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πυροβόλησε μερικές φορές στον αέρα και ο κόσμος άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Μια σφαίρα εξοστρακίστηκε και βρήκε έναν άντρα στο πόδι. Ο Γιώργος μπήκε μέσα πάτησε τον τελευταίο όροφο, οι άνθρωποι τον κοιτούσαν έντρομοι, βρόμικο και λαχανιασμένο ώσπου οι πόρτες τον έκρυψαν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει. Γρήγορα και πιο γρήγορα. Ο Γιώργος είχε γυρίσει με το άλογο του και κοίταζαν έξω. Σκύβοντας.. μπορούσε να διακρίνει το μπαλόνι! Ερχόταν γοργά προς το μέρος τους, πολύ πιο ψηλά. Το Π του…. Πόσο καιρό περίμενε..&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Το καμπανάκι του ασανσέρ τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Κάποιος το χε σταματήσει. Ο Γιώργος γύρισε απότομα προς τη πόρτα. Δε μπορούσε να το πιστέψει αυτό, δεν ήταν δυνατόν. Η οργή κόντευε να σπάσει τη καρδιά του σε χίλια κομμάτια. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Όποιος πούστης είναι θα τον σκοτώσω!» Φώναξε αφρίζοντας. Οι λέξεις δεν έβγαιναν ορθά από τα χείλη του. Ήταν σε κατάσταση αμόκ.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η πόρτα άνοιξε, κι εκείνος σήκωσε το όπλο του γρυλίζοντας. Ένα ξανθό αγοράκι με γυαλάκια περίμενε υπομονετικά. Δεν θα ‘ταν πάνω από πέντε ετών.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Αααργκχ… Γαμώ το θεό σου!» του φώναξε ο Γιώργος και πάτησε το κουμπί να φύγει, γυρίζοντας με το άλογο του προς το μπαλόνι ξανά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ένα δευτερόλεπτο μετά γυρίζει το κεφάλι του για να δει το παιδάκι να χει ακουμπήσει το φωτοκύτταρο με το χέρι του. Η πόρτα δεν έκλεινε και το ασανσέρ δε ξεκίναγε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η πρώτη σφαίρα το βρήκε στο μέτωπο και η δεύτερη στο αριστερό μάτι μέσα από το γυαλί. Το κορμάκι του πετάχτηκε δεκάδες μέτρα πίσω. Και τα δευτερόλεπτα πλέον ήταν λίγα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Το ασανσέρ σταμάτησε έναν όροφο πριν την ταράτσα. Ο Γιώργος πετάχτηκε έξω σαν σίφουνας και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Με μια τελευταία ματιά πίσω του, είδε το Π να περνάει, έξω από το ασανσέρ. Δε θα προλάβαινε ποτέ γαμώ τους θεούς!&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Με μια απότομη σπιρουνιά φρέναρε το άλογο του. Έκανε μεταβολή και το σπιρούνισε προς το ασανσέρ. Έτρεχε με όλη τη δυνατή του ταχύτητα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Πάμε! Πάμε!» φώναζε μόνος του. Πυροβόλησε τα τζάμια και τίποτα δεν τους χώριζε πια από το κενό. Με ένα γιγάντιο άλμα ήταν πια έξω και όλα εκτυλίσσονταν σαν σε αργή κίνηση. Ο Γιώργος αφήνει το άλογο και τεντώνει το χέρι του στο Π. Για ελάχιστα εκατοστά δεν το φτάνει, και η βαρύτητα αρχίζει να τον τραβάει. Ενώ φεύγει πυροβολεί το μπαλόνι, και το Π τον ακολουθεί τώρα. Πέφτει μαλακά στην αγκαλιά του.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Χωρίς να ξεχάσει στιγμή το πιστό του άλογο αρκετά μέτρα κάτω από αυτόν γυρνάει και το πυροβολεί στο κεφάλι. Δεν θα το άφηνε ποτέ να υποφέρει κι ας ήταν κατά 80% από μηχανές.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αφού ασφάλισε το Π στην ζώνη του, πέταξε το παλτό του και με δυο κινήσεις άνοιξε από τη πλάτη του το στατικό αλεξίπτωτο του. Λεπτά σίδερα και σύρματα ξεκινούσαν από τη πλάτη του για να καταλήξουν στο πανί. Δεν κινούταν, ήταν σαν μια τέντα κολλημένη πάνω του, που τον κρατούσε βιδωμένο στον ουρανό. Θα αργούσαν πολύ ακόμη να πέσουν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;* &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μια άλλη εκδοχή αυτής της ιστορίας λέει πως όντως ο Γιώργος πήδηξε να πιάσει το Π κι έχασε το άλογο του, αλλά αυτό το έκανε από τη κορυφή ενός βουνού. Και πως ακριβώς από κάτω υπήρχε μια βαθιά χαράδρα κι έπεσε μαλακά στον πάτο της. Και πως εκεί πέρασε τη πρώτη νύχτα του με το Π. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Δεν ξέρω ποια αληθεύει και υποπτεύομαι πως θα χω ακούσει κι άλλες, αλλά θα ‘μουν τόσο λιώμα από τα σκατά που καπνίζω που ούτε καν τις θυμάμαι. Όπως και να χει όταν προσγειώθηκαν ο Γιώργος αποσύνδεσε το αλεξίπτωτο του από τη πλάτη του και με μερικά κλικ το μετέτρεψε σε σκηνή. Την έστησε στη ρίζα ενός δέντρου στην άκρη της κοίτης του φαραγγιού. Μέσα έστρωσε δυο κουβέρτες, μια γι’αυτόν και μια για το αγαπημένο του Π. Ξάπλωσε και το έβαλε δίπλα του καθώς το σκοτάδι έπεφτε.&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="line-height: 115%;font-size:12pt;" &gt;Στη φύση ξανά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ήταν νύχτα πια. Έξω στη φύση, είναι οι ώρες που όλα τα μαγικά και αφύσικα συμβαίνουν. Ξαπλωμένος στο πλάι, θαύμαζε το Π. Ήταν βαθύ κόκκινο με επίχρυσες λεπτομέρειες, αυτοκρατορικό στο σκοτάδι και ανέμελο στον ήλιο. Ήταν το πλήρωμα αυτού του άντρα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ήταν η ώρα που το Π.. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η Π. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η αγαπημένη του Π πια.. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ερχόταν ξανά στη ζωή, και το γράμμα που είναι ένα σύμβολο γινόταν στ’αλήθεια αυτό που συμβόλιζε. Και πως περίμενε εκείνη τη στιγμή ο Γιώργος. Η γυναίκα που αγάπησε, καταραμένη σαν κι αυτόν, επειδή τον άφησε να περιπλανιέται δε μπορούσε να φύγει και ούτε έπρεπε. Πόσο την αγαπούσε.. Την είχε δίπλα του ξανά και δεν πίστευε ότι μπορούσε να αγαπήσει τόσο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ήταν αλήθεια τόσο όμορφη. Τα μακριά ίσια μαύρα της μαλλιά, σαν ποτάμι σκοτεινό μέσα στο οποίο επέπλεε η ολόλευκη μορφή της. Το πρόσωπο της τόσο αγγελικό, σε καμιά περίπτωση δεν το θεωρούσε κανείς ικανό να προξενήσει τόσο πόνο. Μα πάνω απ’όλα το άρωμά της. Αυτό το άρωμα… δεν υπήρχε προηγούμενο του σ’αυτό τον κόσμο. Δεν ήταν αέρινο, δεν ήταν άρωμα λουλουδιών όχι. Ήταν κάτι άλλο πολύ πιο γήινο, πολύ πιο ερωτικό. Σαν καλομαγειρεμένο φαγητό της μητέρας, σαν φρεσκοσκαμμένο εύφορο χώμα, λες και κάποιος θεός του έρωτα να είχε φιλήσει αυτό το κορίτσι στο μέτωπο. Έκανε το Γιώργο να θέλει να φιλάει κάθε πόρο του δέρματος της. Να θέλει να γευτεί κάθε σπιθαμή του κορμιού της. &lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;Ίδρωνε και ο ιδρώτας της ήταν καθάριος, κρυστάλλινος. Ξάπλωναν δίπλα δίπλα και η πλάτη της ήταν κάθε φορά μια ανεξερεύνητη χώρα για κείνον. Παραμέριζε τα μαλλιά της για να της δώσει το χάδι του με τις ώρες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έτσι και τώρα, δεν χρειάστηκε να μιλήσουν, και έκαναν αυτό για το οποίο πλάστηκαν. Είχαν τον δικό τους πυρετό να ανακαλύψουν για άλλη μια φορά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ήταν τέλη καλοκαιριού.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;*&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Το άλλο πρωί ο Γιώργος βρήκε τον εαυτό του να κοιμάται αγκαλιά με τη Π ξανά. Οπότε και κατάλαβε πως θα πήγαινε η φάση. Σηκώθηκε και χαμογέλαγε. Μετά από καιρό. Ξέστησε τη σκηνή τα μάζεψε όλα, η Π στην αγκαλιά του, ήταν έτοιμος να φύγει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αλλά για πού;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Περπάτησε για λίγη ώρα σκεπτικός. Ανέβηκε σε ένα ύψωμα. Ο αέρας τον χτυπούσε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Κοίταξε προς τα πίσω. Εκεί από όπου είχε έρθει. Τι θα μπορούσε να του πει η επιστροφή πια; Είχε περπατήσει τόσο που το νήμα που τον ένωνε με τη πατρίδα θα χε σπάσει τρείς φορές. Ποια πατρίδα μπορούσε να τον χωρέσει τώρα πια άραγε; Ποια πατρίδα μπορούσε να χωρέσει οποιονδήποτε έχει αγαπήσει στ’αλήθεια; Μόνο μια αγκαλιά τον ημέρωνε. Η αγκαλιά της Παιανίας. Όσο έχει κανείς το πρόσωπο που αγαπά μαζί του, μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο. Και ακόμα και όταν δεν το ‘χει, η γνώση της ανταπόκρισης και τα αμοιβαία συναισθήματα δίνουν το ίδιο κουράγιο. Όχι, μάλλον η επιστροφή δεν θα του πρόσφερε κάτι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Κοίταξε &lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;προς τα μπρος. Στο βάθος αχνοφαίνονταν τα παράλια. Το τέλος του κόσμου. Τόσο προκλητικό που καταντούσε να μοιάζει στημένο. Τι μπορεί να του έμενε τώρα που χε κερδίσει αυτό που λένε αγάπη; Να κερδίσει έναν κόσμο. Μάλλον.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έβγαλε έξω το πανέμορφο γράμμα του. Το κράτησε και εκείνο λαμπύριζε στον ήλιο. Εκείνη τον έφερε ως εδώ. Αυτό ήθελε να του δείξει, το τι έχει νόημα, το που θα πάει. Έπιασε τον εαυτό του να συμφωνεί μαζί της για πρώτη φορά. Αμέσως έπιασε τον εαυτό του να διαισθάνεται πως η προηγούμενη σκέψη ήταν πιθανότατα η τελευταία που θα ‘κανε εμφορούμενος από εγωισμό. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ένιωθε πως είχε αφήσει ένα σωρό πράγματα πίσω του. Τόσο αχρείαστα τελικά. Τα κουβάλαγε μια ζωή, είχε σκεβρώσει από το βάρος τους, λαχάνιαζε και τα φυλούσε σαν θησαυρό. Αν τον ρώταγες θα σου ‘λεγε πως είναι ο εαυτός του. Δεν θα μπορούσε ποτέ να τον χάσει, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει κάτι άλλο. Γιατί έτσι είναι πάντα, ο καθένας έχει τον δικό του αυθεντικό εαυτό που μπορεί να τον βρει αν κοιτάξει βαθιά μέσα του, και αν δεν επηρεάζεται από τους γύρω του. Έτσι φορτώνει τη πλάτη του με καινούρια αποκτήματα που ανέσυρε από το βυθό της ψυχής του. Εγωισμοί, άμυνες, συμπλέγματα, κλίσεις και ταλέντα, πράματα που τον εξιτάρουν και άλλα που κάνουν το αντίθετο, γούστα, ιδέες. Μια ολόκληρη προίκα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Κι αν είναι τυχερός μπορεί να ανακαλύψει μια μέρα ότι όλα αυτά είναι μαλακίες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Του Γιώργου δεν του χρειάστηκαν ποτέ στ’αλήθεια μα έπρεπε να περάσει τόσος καιρός. Έπρεπε να γίνουν τόσα πολλά για να φτάσουν και οι δυο τους στο επίπεδο να ξέρουν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Σηκώθηκε και κίνησε προς τις ακτές.&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;b style=""&gt;&lt;span style="line-height: 115%;font-size:12pt;" &gt;Στη θάλασσα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όταν πια τον έφτασα, δεν πίστευα στα μάτια μου. Δεν πίστευα πως θα έβγαινε κάτι απ’αυτό το παράλογο ταξίδι. Κι όμως νάτος, πιο αδύνατος από ποτέ, με μούσια και μαλλιά. Στη μέση κάποιας ιεροτελεστίας.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Άρχισα να φωνάζω και να τρέχω. Έκλαιγα από χαρά. Ήμουν πολύ μακριά ακόμα για να μ’ακούσει ή ήταν πολύ απορροφημένος απ’αυτό που έκανε. Στεκόταν στην άκρη της παραλίας και κοιτούσε τη θάλασσα. Απέναντι ακριβώς ήταν ένα λιλιπούτειο νησάκι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έβγαλε από κάποια τσέπη ένα μπαλόνι. Σαν αυτό που κυνήγαγε τόσο καιρό. Το φούσκωσε κι αυτό άρχισε να πετά. Το κράτησε και έδεσε πάνω του την Π του. Έδωσε ένα φιλί στο γράμμα, στο πλάσμα αυτό που κυνήγησε όσο τίποτα άλλο στη ζωή του για να το αφήσει οικειοθελώς να φύγει ξανά. Σα να ξαναξεκινάει το παιχνίδι από την αρχή. Μα ποιο παιχνίδι; Το μπαλόνι πετούσε ήδη ψηλά κι εκείνος το κοιτούσε. Έβλεπα το πρόσωπο του σπασμένο, δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν από χαρά ή από θρήνο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Γιώργο! Γιώργοοο! Τι κάνεις;! Περίμενε περίμενε!» φώναζα με όση δύναμη άντεχαν τα πνευμόνια μου.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έβγαλε τα ρούχα του ένα ένα, και χωρίς να διστάσει ούτε λίγο, μάλλον με το θάρρος της απελπισίας στο πλευρό του, βούτηξε. Θα πήγαινε όντως στην απέναντι όχθη. Στην άλλη ήπειρο. Σ’εκείνη του φωτός. Όπου τελειώνουν τα σύμβολα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όταν έφτασα στο σημείο που στεκόταν βρήκα τα λιγοστά υπάρχοντα του, μερικά ρούχα λίγο νερό και το ημερολόγιο του. Εκείνος βγήκε στο νησάκι. Γύρισε προς τα πίσω, και τότε επιτέλους με είδε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Γιώργο!»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Ρόναλντ! Είσαι στ’άληθεια εσύ ρε μαλάκα;»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Γκαρίζαμε και οι δυο όσο πιο δυνατά μπορούσαμε για να ακουστούμε.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Που πας ρε έχεις τρελαθεί τελείως;»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Γέλασε. Γέλασε με τη καρδιά του, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Μη με λες Γιώργο πια. Πάω απέναντι. Θα ξανάρθω ρε.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Φώναζε με παύσεις για να παίρνει ανάσες.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;«Θα γυρίσω και τότε όλοι…&lt;span style=""&gt;  &lt;/span&gt;Γάμα το ρε. Αγάπα με λίγο ε!»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ακούμπησα το χέρι μου στη καρδιά μου.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Βούρκωσα ξανά. Έκατσα και τον παρακολουθούσα καθώς κολυμπούσε προς την απέναντι ακτή. Μπορεί μισή ώρα, μπορεί μία, μπορεί μιάμιση. Κάποτε έφτασε κι ακόμα περίμενα. Βγήκε στην αμμουδιά, και προχώρησε προς τις κουρτίνες του φωτός. Ένας άλλος κόσμος τον περίμενε εκεί, κανείς από μας δε θα μπορούσε ποτέ να τον φανταστεί, αλλά εκείνος ήταν έτοιμος γι’αυτό τον κόσμο.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Λίγο πριν το φώς τον καταπιεί ολόκληρο, γύρισε και σήκωσε το χέρι του προς εμένα. Μια κουκίδα μικρή με χαιρετούσε. Το σήκωσα κι εγώ.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Αυτό ήταν.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;*&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Κι έτσι εκείνοι που περιπλανιόντουσαν, περιπλανιούνται ακόμη.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Εκείνοι που θρηνούσαν, δε κουράστηκαν να θρηνούν μέχρι σήμερα.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όσοι άραζαν στο στενό, γύρισαν για μένα, και είναι ακόμα εκεί.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο ήλιος συνεχίζει να φωτίζει τις ασχήμιες μας κάθε πρωινό.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο καθένας ρολλάρει στη μικρή του καταδίκη.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πιο πολύ επειδή το ‘χει ανάγκη, παρά επειδή είναι.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μέχρι οι στιγμές να κοιταχτούν στα μάτια ξανά.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Γιατί η ιστορία αυτή σας λέω, δεν έχει ακόμη τελειώσει.&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-2581208961154097416?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/2581208961154097416/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/07/blog-post_28.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/2581208961154097416'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/2581208961154097416'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/07/blog-post_28.html' title='Π όπως Πυρετός'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-4140663799192321175</id><published>2009-07-07T03:26:00.001-07:00</published><updated>2009-07-07T03:47:48.668-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παράξενες'/><title type='text'>Πρακτικός οδηγός διαχείρησης του Όχι</title><content type='html'>&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:worddocument&gt;   &lt;w:view&gt;Normal&lt;/w:View&gt;   &lt;w:zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:trackmoves/&gt;   &lt;w:trackformatting/&gt;   &lt;w:punctuationkerning/&gt;   &lt;w:validateagainstschemas/&gt;   &lt;w:saveifxmlinvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:ignoremixedcontent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:alwaysshowplaceholdertext&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:donotpromoteqf/&gt;   &lt;w:lidthemeother&gt;EL&lt;/w:LidThemeOther&gt;   &lt;w:lidthemeasian&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeAsian&gt;   &lt;w:lidthemecomplexscript&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeComplexScript&gt;   &lt;w:compatibility&gt;    &lt;w:breakwrappedtables/&gt;    &lt;w:snaptogridincell/&gt;    &lt;w:wraptextwithpunct/&gt;    &lt;w:useasianbreakrules/&gt;    &lt;w:dontgrowautofit/&gt;    &lt;w:splitpgbreakandparamark/&gt;    &lt;w:dontvertaligncellwithsp/&gt;    &lt;w:dontbreakconstrainedforcedtables/&gt;    &lt;w:dontvertalignintxbx/&gt;    &lt;w:word11kerningpairs/&gt;    &lt;w:cachedcolbalance/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;   &lt;m:mathpr&gt;    &lt;m:mathfont val="Cambria Math"&gt;    &lt;m:brkbin val="before"&gt;    &lt;m:brkbinsub val="&amp;#45;-"&gt;    &lt;m:smallfrac val="off"&gt;    &lt;m:dispdef/&gt;    &lt;m:lmargin val="0"&gt;    &lt;m:rmargin val="0"&gt;    &lt;m:defjc val="centerGroup"&gt;    &lt;m:wrapindent val="1440"&gt;    &lt;m:intlim val="subSup"&gt;    &lt;m:narylim val="undOvr"&gt;   &lt;/m:mathPr&gt;&lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:latentstyles deflockedstate="false" defunhidewhenused="true" defsemihidden="true" defqformat="false" defpriority="99" latentstylecount="267"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="0" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Normal"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="heading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="35" qformat="true" name="caption"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="10" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" name="Default Paragraph Font"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="11" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtitle"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="22" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Strong"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="20" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="59" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Table Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Placeholder Text"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="No Spacing"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Revision"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="34" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="List Paragraph"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="29" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="30" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="19" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="21" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="31" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="32" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="33" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Book Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="37" name="Bibliography"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" qformat="true" name="TOC Heading"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;style&gt; &lt;!--  /* Font Definitions */  @font-face  {font-family:"Cambria Math";  panose-1:2 4 5 3 5 4 6 3 2 4;  mso-font-charset:161;  mso-generic-font-family:roman;  mso-font-pitch:variable;  mso-font-signature:-1610611985 1107304683 0 0 159 0;} @font-face  {font-family:Calibri;  panose-1:2 15 5 2 2 2 4 3 2 4;  mso-font-charset:161;  mso-generic-font-family:swiss;  mso-font-pitch:variable;  mso-font-signature:-1610611985 1073750139 0 0 159 0;}  /* Style Definitions */  p.MsoNormal, li.MsoNormal, div.MsoNormal  {mso-style-unhide:no;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  margin-top:0cm;  margin-right:0cm;  margin-bottom:10.0pt;  margin-left:0cm;  line-height:115%;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:Calibri;  mso-fareast-theme-font:minor-latin;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;  mso-fareast-language:EN-US;} .MsoChpDefault  {mso-style-type:export-only;  mso-default-props:yes;  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:Calibri;  mso-fareast-theme-font:minor-latin;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;  mso-fareast-language:EN-US;} .MsoPapDefault  {mso-style-type:export-only;  margin-bottom:10.0pt;  line-height:115%;} @page Section1  {size:595.3pt 841.9pt;  margin:72.0pt 89.85pt 72.0pt 89.85pt;  mso-header-margin:35.45pt;  mso-footer-margin:35.45pt;  mso-paper-source:0;} div.Section1  {page:Section1;} --&gt; &lt;/style&gt;&lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt;  /* Style Definitions */  table.MsoNormalTable  {mso-style-name:"Table Normal";  mso-tstyle-rowband-size:0;  mso-tstyle-colband-size:0;  mso-style-noshow:yes;  mso-style-priority:99;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;  mso-para-margin-top:0cm;  mso-para-margin-right:0cm;  mso-para-margin-bottom:10.0pt;  mso-para-margin-left:0cm;  line-height:115%;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:"Times New Roman";  mso-fareast-theme-font:minor-fareast;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;} &lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify; font-style: italic;font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="font-size:78%;"&gt;&lt;span style="line-height: 115%;"&gt;Του επιστημονικού μας συντάκτη Γιώργου Δ. Γριβοκωστόπουλου&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify; font-style: italic;font-family:georgia;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:78%;"&gt;&lt;span style="line-height: 115%;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify; font-style: italic;font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="font-size:78%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="line-height: 115%; font-weight: bold;font-size:180%;" &gt;Ό&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;λοι έχετε τις μικρές ζωούλες σας. Όλοι. Είστε ένας διάδρομος με άπειρες πόρτες. Και μόλις περνώ μπροστά από κάθε μια μου τη κλείνετε στα μούτρα. Άντε γαμηθείτε λοιπόν. Τι στο πούτσο γίνεται. Όλοι θέλουν να με κρατήσουν έξω από τη γαμημένη ζωή τους , μου κοπανάνε τη πόρτα τους στα μούτρα. Γιατί στο πούτσο με προσκαλέσατε εξαρχής; Τι θέλατε από μένα; Γιατί τώρα μου το κάνετε αυτό; Τι είδους βίτσιο μπορεί να ‘ναι και τούτο;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;span class="fullpost"&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Μια πόρτα μου έσπασε τη μύτη. Μια άλλη μου ράγισε το ζυγωματικό, και μια τελευταία μου έσπασε τα δόντια. Είμαι γδαρμένος. Γαμημένος. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Όλη μέρα σέρνομαι στο πάτωμα. Κλεισμένος σπίτι δε θέλω να κάνω τίποτα και ούτε έχω όρεξη να ξέρω τίποτα. Πολλές μέρες τώρα γαμιέται η παναγία. Δε το κάνω επειδή είμαι τεμπέλης ούτε αργόσχολος. Ένας σάλιαγκας είμαι. Σέρνομαι στο πάτωμα, αφήνω στο μωσαϊκό τις βλέννες μου. Έχω φτιάξει ρυάκια ιδρώτα και αίματος από το δωμάτιο μου ως το χώλ και πάλι πίσω. Έχω μουλιάσει τα χαλιά με χολή και σπέρμα. Κόπρανα και ούρα στάζουν από τη κουρτίνα του μπάνιου. Σάλιο , γαμώ τη παναγία μου πόσο σάλιο φτιάχνω κάθε μέρα; Θα με πνίξουν αυτά και οι εικόνες τους. Θα με πνίξουν οι σκέψεις μου. Θα πνιγώ μέσα στα μυαλά μου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ας μου κόψει κάποιος τη γλώσσα. Δε μιλάω με κανέναν πια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ας μου βγάλουν τα μάτια. Δε θέλω να βλέπω τίποτα, ούτε είδα ποτέ κάτι συνταρακτικό. Τσάμπα τα χω.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Η μύτη οσφραίνεται μόνο τη βρόμα μου. Αχρείαστη μου ‘ναι.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ας μου βγάλει κάποιος&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;και το συκώτι , ας το ξεράσω, μαζί με το ποτό που δε μου κάνει τίποτα πλέον.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ας μείνω γυμνός σα σάλιαγκας που ‘μαι. Από αισθήσεις και νόηση.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Όλοι έχετε τις γαμημένες ζωούλες σας και δεν έχετε θέση σ’αυτές πουθενά για έναν άστεγο από ζωή σαν έμενα. Όλοι κλειδαμπαρώνεστε σπίτια σας και όταν δε το κάνετε βγαίνετε για ποτό. Γελάτε. Δε σας νοιάζει τίποτα. Κάνετε σχέδια, φεύγετε κι έρχεστε. Χορεύετε, τσαλαπατάτε πρόσωπα. Έχετε πολύτιμα πράγματα μέσα σε σεντούκια. Εμπειρίες. Βιβλία, δουλειές. Ένα ημερολόγιο στη καρδιά σας.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Φίλους, γαμημένους άπειρους χιλιάδες εκατομμύρια φίλους και φίλες και γνωστούς και κολλητούς και &lt;/span&gt;&lt;span  lang="EN-US" style="font-size:85%;"&gt;fuck&lt;/span&gt;&lt;span  lang="EN-US" style="font-size:85%;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span  lang="EN-US" style="font-size:85%;"&gt;buddies&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt; και συμφοιτητές και αδέρφια και ξαδέρφια και γκόμενες και&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;σκυλιά και γατιά και χρυσόψαρα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΚΑΝΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΤΟΥΖΑ ΝΑ ΠΝΙΓΕΙΤΕ ΣΤΑ ΧΥΣΙΑ ΣΑΣ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΚΑΝΤΕ ΤΟ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΕ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΘΑ ΓΕΛΑΩ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Σπίτια και τετράδια και μουσική. Εγώ&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;δεν έχω τίποτα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Το μόνο που έχω είναι ένα γαμημένο δωμάτιο. Αισθάνομαι ευγνώμων γι’αυτό.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Χαίρομαι που έχω ένα κορμί να με λερώνει και να το ταλαιπωρώ. Χαίρομαι που μπορώ ακόμα να σέρνομαι. Σιγά σιγά θα χτίσω και το σπίτι μου. Ένα μεγάλο καβούκι κολλημένο στη πλάτη μου. Όλο το λέω αλλά δε το κάνω. Όλο λέω να το αρχινίσω και όλο προτιμώ να κάθομαι και να μην έχω όρεξη. Αλλά μια από αυτές τις μέρες θα το κάνω. Θα κλειστώ μέσα του και θα κλείσω την είσοδο με τη βλέννα μου που μου ‘ναι περίσσεια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Θα φτιάξω κι εγώ μια πόρτα. Θα ‘ναι από βλέννα και δε θα σπάει μούτρα. Αλλά δε πειράζει. Θα μαζέψω τα κομμάτια μου και θα κλειστώ εκεί. Ακονίστε τους μπαλτάδες σας για κάναν άλλο τώρα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Αδηφάγα τέρατα με κοτσίδες και ωραία ρούχα και μεγάλους πούτσους και μυρωδάτα μουνιά. Αρκούσε να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου για να φύγετε τρέχοντας μακριά μου και να με εξορίσετε από τις ΓΑΜΗΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΣΑΣ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Που να συνέβαινε και τίποτα διαφορετικό, τίποτα σημαντικότερο.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Δεν μου αρέσουν πολλά πράματα. Δε βρίσκω μουσική να μ’αρέσει πια. Ούτε ταινίες, ούτε φαγητό. Καμια γκόμενα δε με τραβάει πιο πολύ από τις άλλες και κανένας γκόμενος δε μου κάνει το κλικ. Δεν μ’αρέσει ο εαυτός μου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Δεν μ’αρέσουν αυτά που σκέφτομαι. Έχουν πολύ αίμα και μαύρο. Προτιμώ να καπνίζω από το να αναπνέω. Οι σκέψεις μου έχουν και πολύ καπνό, θολούρα και σκοτάδι. Θα μπορούσαν να ‘ναι οι σκέψεις των πλασμάτων της νύχτας.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Θα μπορούσα να ζω μαζί τους σε έναν υπόνομο κι εγώ. Εκείνα δε θα μου ‘κλειναν τη πόρτα, κι ας μην είμαι από το είδος τους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ανησυχώ. Δε μου ‘ρχεται να κλάψω. Τι σόι σημάδι να ‘ναι κι αυτό τώρα. Δε μου ‘μεινε κουράγιο ούτε γι’αυτό πια; Σκέφτηκα πως θα με βοηθούσε, σίγουρα δεν είναι αυτό που ‘χω ανάγκη , αλλά θα με βοηθούσε. Προσπάθησα, σφίχτηκα. Αρχίδια. Μόνο ξυπνώντας μες τον ύπνο μου χθες ήμουν λίγο βουρκωμένος. Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Παλιά είχα αϋπνίες. Τώρα πετάγομαι στον ύπνο μου. Δεν θυμάμαι γιατί. Είμαι κάθε φορά πανικόβλητος. Συνηθίζω να κοιμάμαι με όλα τα φώτα σβηστά. Τρέχω πάνω κάτω να βρω ένα φως να ανάψω. Ρίχνω πράγματα και σκοντάφτω σε έπιπλα. Καμιά φορά το καταφέρνω. Άλλωστε ποτέ δε θυμάμαι που είναι ο διακόπτης, ούτε καν σε ποιο δωμάτιο είμαι. Καμιά φορά όμως δεν το καταφέρνω. Τότε μου παίρνει&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;μερικά λεπτά μέχρι να καταλάβω σε τι κατάσταση βρίσκομαι και να ηρεμήσω. Μέχρι να ξυπνήσω τελείως. Μερικές φορές μου παίρνει πολλά λεπτά. Τι θα μπορούσα να κάνω σε εκείνα τα λεπτά του πανικού μου; Οι αϋπνίες φυσικά ακόμα δεν μου ‘χουν περάσει.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ποτέ δεν ήμουν τόσο σκατά είναι η αλήθεια. Μικρός χαιρόμουν όπως όλα τα παιδιά. Τα τελευταία χρόνια είμαι έτσι, σάλιαγκας. Τότε σταμάτησα να παίζω. Ακόμα γελάω. Αλλά θέλω να μπήξω τα δόντια μου στο λαιμό του συνομιλητή μου πριν μου το κάνει εκείνος. Τώρα πια δεν θέλω να ‘χω καν συνομιλητές. Από τότε που κλείστηκα σπίτι. Τίποτα. Ούτε γελάω πολύ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΗ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΧΑΡΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΣΑΣ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΑΡΧΙΔΙΑ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΓΙΟΙ ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΙΣ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΕΑΥΤΟΥΛΗ ΣΑΣ. ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΧΕΙ ΤΟΣΑ ΠΟΛΛΑ ΑΝΑΓΚΗ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span  lang="EN-US" style="font-size:85%;"&gt;O&lt;/span&gt;&lt;span  lang="EN-US" style="font-size:85%;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΓΑ&lt;/span&gt;&lt;span  lang="EN-US" style="font-size:85%;"&gt;M&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΗΜΕΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΝΙΞΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Γαμώ τη παναγία σας. &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Κάποιους από σας τους έχω συγχωρέσει. Θα ήθελα μόνο να σας καρφώσω μια σφαίρα στο κεφάλι.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Για κάποιους άλλους όμως θα ήθελα φριχτό θάνατο. Να πεθάνουν σαν ποιήματα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Αλλά τελικά δεν έχω όρεξη να εκδικηθώ κανέναν. Δεν έχω όρεξη ούτε να αναπνεύσω, δεν μπορώ άλλο πια.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΑΛΙΟ ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ ΓΑΜΟΧΡΗΣΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ ΓΡΑΜΜΑ ΜΑΝΙΑΚΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΔΕ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΜΠΩ ΑΥΡΙΟ ΣΕ ΚΑΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΣΩ ΚΑΜΙΑ ΔΕΚΑΡΙΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΙΝΑΚΙ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΟΥΝ ΑΝΕΒΕΙ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΦΑΤΕ ΦΡΙΣΚΙΣ ΛΑΓΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΣΚΑΣΤΕ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΑΣ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ο διάολος με βάζει και σκέφτομαι έτσι. Με βάζει και σέρνομαι, θα με βάλει να βγάλω τα μάτια μου και να ουρλιάζω ως το πρωί.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Δε θέλω να πεθάνω. Φοβάμαι πολύ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Θα ‘θελα απλά να μην υπήρχα.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΩΡΑ ΟΤΙ ΕΧΕΤΕ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"  style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;font-family:arial;"&gt;&lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify; font-weight: bold;"&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;- - -&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="margin-bottom: 6pt; text-align: justify;"&gt;&lt;span style=";font-family:georgia;font-size:78%;"  &gt;&lt;i style=""&gt;&lt;span style="line-height: 115%;"&gt;O δρ. Γιώργος Δ. Γριβοκωστόπουλος είναι ψυχολόγος, νευροβιολόγος, και ερευνητής των νευροεπιστημών. Έχει εκπονήσει σημαντικές εργασίες για τη σχέση ανάμεσα στη λειτουργία του εγκεφάλου και τα συναισθήματα. Το έργο του έχει βραβευτεί από επιστημονικά ιδρύματα, όπως το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και το Stanford Medical School. Διδάσκει στο Mindful Awareness Research Center, στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και στο Center for Human Development στο Λος Άντζελες.&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;i style=""&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style=""&gt;&lt;span style="line-height: 115%;font-size:9;" &gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/p&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-4140663799192321175?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/4140663799192321175/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/07/blog-post.html#comment-form' title='8 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/4140663799192321175'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/4140663799192321175'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/07/blog-post.html' title='Πρακτικός οδηγός διαχείρησης του Όχι'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-7636251517934558741</id><published>2009-05-05T13:56:00.000-07:00</published><updated>2009-06-16T11:09:49.073-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παράξενες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ιστοριούλες'/><title type='text'>Φαΐ για την οικογένεια</title><content type='html'>Το να κάθομαι στην ταράτσα αυτής  της πολυκατοικίας και να αγναντεύω το αστικό τοπίο στη περιορισμένη έκταση που φτάνει  το μάτι, το έκανα συχνά εκείνο τον καιρό. Κάτι κυριακάτικα απογεύματα, με καλό καιρό και τον ήλιο να δύει. Ήταν ειδυλλιακά. Άλλοτε κάπνιζα , ή σιγόπινα καμια μπύρα, άλλες φορές σαν αυτή, ο λαιμός μου δεν το άντεχε κι έτσι απλά καθόμουν σιωπηλός πάντα και ρέμβαζα.  Αυτό εναλάσσοταν συχνά, τα πρόβληματα άλλωστε δεν τελειώνουν ποτέ, κι εγώ το υπέμενα στωικά κάθε φορά. Ίσως μέχρι να περάσουν καμιά εικοσαριά χρόνια και τότε στη δίνη της κλιμακτηρίου και του κενού που θα αντικρύσω κοιτώντας πίσω να μου τη δώσει και να τραβήξω καμια χαρακιά στο γαμημένο λαιμό που δεν σήκωνε ποτέ του το κάπνισμα.&lt;span class= "fullpost"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προς το παρόν η κυριαρχία μου μπορούσε να διατηρηθεί, πάντα στην ίδια θέση στο νότιο περβάζι, ακουμπισμένος με την πλάτη στη γωνία στην άκρη του τοίχου, πότε καβάλα στο περβάζι με το αριστερό πόδι να αιωρείται στο κενό και το δεξί στο πάτωμα, πότε με το αριστερό γόνατο λυγισμένο και το χέρι ακουμπισμένο πάνω του, πότε και με τα δυό πόδια σταυρωμένα πάνω στο περβάζι. Λιγό πολύ ισοροππούσα εκστατικά, από τη μια το χάος του καιάδα που ίσως και να ευχόμουν να βρεθώ και από την άλλη το στέρεο τσιμεντένιο έδαφος της ταράτσας. Λίγο παλατζάρισμα αριστερά και τσούπ, δεν είναι πουλί δεν είναι αεροπλάνο είναι ο σούπερμαν. Λίγο παλατζάρισμα δεξιά και τσούπ, ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο ένα τεράστιο για την ανθρωπότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η θέα ποτέ δεν φαινόταν ακριβώς καλά από τόσο ψηλά. Εννοώ η μορφολογία. Των ανθρώπων και του εδάφους. Μόνο η κίνηση φαινόταν ξεκάθαρη. Ίσως η κίνηση να ‘ταν το νόημα. Αποτελεί γοητευτικό θέαμα και πάλι. Κάτι τέτοιες βλακείες σκεφτόμουν όταν άνοιξε το τσίγκινο σκουριασμένο πορτάκι της ταράτσας στα δεξιά μου και μπήκε μέσα φουριόζα εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έμενε σε κάποιον όροφο παρακάτω τρία χρόνια περίπου τώρα. Ναι την είχα ξαναδεί. Φρεσκοπαντρεμένη ήρθε εδώ. Φορούσε μια λεπτή άσπρη μπλούζα σηκωμένη στους αγκώνες, ένα γκρί φαρδύ παντελόνι που ‘μοιαζε με πιτζάμα και κάτι παλιές παντόφλες. Πάνω από αυτά φορούσε μια φθαρμένη μαγειρική ποδιά. Είχε ξεθωριασμένο ρόζ χρώμα και κηλίδες από λαδιές. Αρκετές θα έλεγα. Μπροστά κάποτε είχε γραμμένο ένα σλόγκαν από αυτά τα χαζά του στυλ «Μαγειρεύω πιο σέξυ από σένα» που καθημερινά κάνουν τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων καλύτερη. Πάντως ότι και να έγραφε δεν διακρινόταν πια. Μου έριξε μια βιαστική ματιά και έστριψε προς το βάθος της ταράτσας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κρατούσε ένα τηγάνι. Φορούσε γάντια για υψηλές θερμοκρασίες και κρατούσε το τηγάνι. Το τηγάνι έβγαζε επίμονα καπνούς. Το τηγάνι έβγαζε τσιριχτούς ήχους. Προφανώς μόλις το έβγαλε από τη φωτιά. Περνώντας από μπροστά μου πρόλαβα φευγαλέα να δώ κομμάτια κόκκινου κρέατος μέσα. Η μυρωδιά που άφησαν πίσω τους δεν ήταν και τόσο δελεαστική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγε σε μια γωνία απεναντί μου και στάθηκε. Με το ελεύθερο χέρι της κρατούσε ένα πιρούνι. Μ’αυτό κάρφωσε ένα κομμάτι κρέατος και το σήκωσε. Ήταν κατακόκκινο, φαινόταν να μην έχει ψηθεί καθόλου. Είχε ένα ακανόνιστο στρογγυλό σχήμα στο μέγεθος μικρής μπριζόλας, και στη μια άκρη του κρέμονταν από λεπτές ίνες κρέατος άλλα μικρότερα κομματάκια. Έσταζε ένα μαυροζούμι, αίμα και ότι άλλο υγρό μέσα στο οποίο το είχε τηγανίσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με μια κίνηση το πέταξε από κάτω, στον καιάδα της αυτοκίνησης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάρφωσε άλλο ένα, το σήκωσε ψηλά, έμοιαζε με το πρώτο. Ακολούθησε κι εκείνο τη μοίρα του δεύτερου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα γύρισε και με κοίταξε, σα να θυμήθηκε ότι ήμουν κι εγώ εκεί. Μου χαμογέλασε λίγο σπασμωδικά, αμήχανα. «Είναι οι αιμοροΐδες του πατέρα μου» είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε στην ασχολία της, αλλά συνέχισε να μου μιλάει στον ίδιο απολογητικό τόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τις έβγαλε σήμερα και σκέφτηκα να τις μαγειρέψω γι’αυτόν, τον άντρα μου και τα παιδιά.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαναγυρνώντας το κεφάλι σε μένα πρόσθεσε σχεδόν βουρκωμένη «Αλλά δεν ξέρω να τηγανίζω καλά. Τις κατέστρεψα..». Το στόμα της έγινε μια ευθεία γραμμή και ξαναγύρισε από την άλλη ντροπιασμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα νιάτα της πρέπει να ‘ταν όμορφη, ακόμα είναι μάλλον. Σκέφτομαι πως ο άντρας της θα της είχε πάρει αυτή τη ρόζ ποδιά τις πρώτες μέρες του γάμου τους. Χαρά και αφοσίωση. Πολύ πιθανό να την είχε πηδήξει σκυμμένη πάνω από τον νεροχύτη μέσα σ’εκείνη την ποδιά. Θα πρέπει να ήταν μια πραγματική απόλαυση και για τους δυό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ναι, πριν χτυπήσει η κυτταρίτιδα, οι βαθμοί των παιδιών, η ανυπαρξία στύσης λόγω άγχους, οι μεσημεριανές σειρές, το επιτόκιο που δεν ήταν και τόσο χαμηλό, και οι δεκαπενθήμερες διακοπές σε μια γαμημένη επαρχία, θα πρέπει να ήταν μια πραγματική απόλαυση και για τους δύο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν πέταξε και το τελευταίο κομμάτι στάθηκε για λίγο κοιτώντας κάτω. Ύστερα γύρισε αργά και ήρθε προς το μέρος μου. Ακούμπισε στην άκρη του περβαζιού και με κοίταξε.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;«Είμαι εντελώς άχρηστη, δεν κάνω τίποτα σωστά.» Δυό λεπτά ρυάκια δάκρυα κυλούσαν από τα μαγουλά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τώρα θα πρέπει να παραγγείλουμε απέξω. Πάλι.» Χαμήλωσε τα μάτια της στο πάτωμα με απόγνωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα που την έβλεπα από κοντά ήταν όντως όμορφη. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα ξανθά με την πιο φτηνή βαφή του σούπερ μάρκετ. Το πρόσωπο της ταλαιπωρημένο και σπασμένο, αλλά γοητευτικό μιας και τόσο εύθραυστο. Έβγαλα από τη τσέπη μου το πακέτο μου με τα τσιγάρα και το πέταξα προς το μέρος της. Έπεσε στο φαρδύ περβάζι μπροστά της. Το κοίταξε. Μου χαμογέλασε λίγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αφού θα φάμε απ’έξω μάλλον έχω καιρό για ένα τσιγάρο ε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκανε μια κίνηση, αλλά τότε συνειδητοποιήσε πως ακόμα κρατούσε το τηγάνι και το πηρούνι. Τα άφησε σε μια μεριά πάνω στο περβάζι, πήρε ένα τσιγάρο και τον αναπτήρα μέσα από το πακέτο και το άναψε. Μου πέταξε πίσω το πακέτο και άναψα κι εγώ ένα, αδιαφορώντας για το λαιμό μου. Οι βελούδινοι καπνοί κάλυψαν για λίγο την τσίκνα από το τηγάνι που είχε ποτίσει τα ρούχα και τα μαλλιά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταξε φευγαλέα κάτω, μετά πέρα στον ορίζοντα. «Δεν ήταν πάντα έτσι πάντως..» είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσο γι’αυτό κούκλα  μου… αυτό είναι το μόνο σίγουρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν μίλησε άλλο, μόνο με κοίταζε πότε πότε και μετά πάλι τον ορίζοντα ρουφώντας λαίμαργα τον καπνό. Πέταξε το τσιγάρο της στον καιάδα, πήρε τα μαγειρικά της σύνεργα μου χαμογέλασε πολύ ελαφρά χωρίς να με κοιτάξει – ίσα που το πρόσεχε κανείς, κι έφυγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ, στη θέση που ήμουν εξ’αρχής με τα πόδια σταυρωμένα, μελετούσα τους αέρηδες. Νότιος ή βόρειος και σήμερα; Ο βόρειος θα ‘χει πάντως τον τελευταίο λόγο όπως και να ‘χει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ίσως να έπειθα και την όμορφη μαγείρισσα να με ακολουθήσει στο ανισόρροπο παιχνίδι της ισορροπίας μου. Αν δεν με προλάβενε μέχρι τότε το δυνατό βόρειο αεράκι, ίσως να μπορούσαμε, χμ δεν ξέρω, μαζί με κάποιο τρόπο. Να ισορροπήσουμε. Παρέα.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-7636251517934558741?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/7636251517934558741/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/05/blog-post.html#comment-form' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/7636251517934558741'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/7636251517934558741'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/05/blog-post.html' title='Φαΐ για την οικογένεια'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-8508426645593780820</id><published>2009-04-05T06:39:00.000-07:00</published><updated>2009-06-16T11:15:16.599-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='διηγήματα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παράξενες'/><title type='text'>Μπλέ Αιωνιότητα</title><content type='html'>«Μαμά; Χεχέ… σκατά… Μαμά; Σκατά μαμά, έ μαμά;»&lt;br /&gt;Μπήκε στο δωμάτιο. Ο Ιωσήφ είχε μόλις μπεί στο δωμάτιο. Πραγματικά μπήκε. Είχε μόλις αρχίσει να αντιλαμβάνεται το δωμάτιο σαν ένα σύνολο από ευθείες που φωσφορίζουν, κάθετες και οριζόντιες, τέμνονται και δημιουργούν χωροταξικά ένα μέρος που αποκαλείται δωμάτιο. Όλες αυτές οι πληροφορίες τον ζάλισαν. Έτριβε το μέτωπο του και μουρμούριζε «σκατά».&lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;Εστίασε στο πάτωμα. Η μαμά. Σκατά. Καινούργιες πληροφορίες. Έρχονται. Τις βλέπει να έρχονται σαν φωτεινές σφαίρες. Τα πάντα είναι φωτεινά. Πλησιάζουν, πλησιάζουν. «Τι είναι; Χιχί!» Σαν μικρό παιδί ανυπομονεί να φτάσουν οι νέες πληροφορίες. Πλησιάζουν όλο και πιο κοντά. Δύο μάτια. Γνώριμα, καστανά.&lt;br /&gt;«Ώχ…» ζαλίζεται πάλι παραπατάει. Θυμάται πως οι πληροφορίες τον ζαλίζουν και ζαλίζεται. Κοιτάει όμως παρακάτω. Μύτη. Στόμα.&lt;br /&gt;«Ώωωχ!!»&lt;br /&gt;Το στόμα ανοιγοκλείνει και ο Ιωσήφ το βλέπει. «Ήχος! Ε;» Σιγά σιγά αρχίζει και ακούει, η ένταση ανεβαίνει σιγά σιγά.&lt;br /&gt;«…σχολείο; Ή μηπως δεν πήγες καν; Γκούχ..»&lt;br /&gt;Γυναικεία φωνή, σπασμένη λίγο, αλλά γλυκιά. Γνώριμη. Βήχει.&lt;br /&gt;«Μαμάα! Χέχε…πώω..σκατά μαμά… είμαι σκατά..»&lt;br /&gt;Η μαμά γελάει λίγο.&lt;br /&gt;«Σκατά καρδούλα μου! Χέχε.. Τι έγινε στο σχολείο; Πηγες; Πάς;»&lt;br /&gt;«Μου είπαν πάλι μαμά πως… σκατά μαμά.. πώωω… σκατά, το κεφάλι μου μαμά..»&lt;br /&gt;Ανοίγει την εστίαση. Η μαμά κάτι λέει ανάμεσα στο βήχα και χαχανητά, αλλά εκείνος δε πολυακούει. Έχει δώσει όλο το βάρος στην όραση.&lt;br /&gt;Λευκή μαμά. Ναι. Γλυκά μάτια με ρυτίδες. Και κατάμαυρους κύκλους. Σκελετωμένο πρόσωπο. Σκελετωμένο κορμί. Χλομό, διάφανο δέρμα. Γυμνό κορμί. Κάτω.&lt;br /&gt;«Σκατά…» καταριέται ο Ιωσήφ με το χέρι στο μέτωπο. &lt;br /&gt;Μαμά, πάτωμα γυμνή, χαχανητά. Κάθισμα, φώσφορος, καθιστή. Ανοιχτά πόδια, ταλάντωση, γυμνή.&lt;br /&gt;«Σκατά ρε πούστη μου…. Πώω…»&lt;br /&gt;Η εικόνα τώρα ταλαντεύεται από την υπερπροσπάθεια. Χαλάει. Πάλλεται σαν κύματα ήχου. Βγάζει χρώμα, ξεθωριάζει και ξαναβάφεται.&lt;br /&gt;«Στο διάολο… σκατά… μαμά…»&lt;br /&gt;Είναι μπλέ το φόντο. Τώρα σίγουρα είναι μπλέ. Το δωμάτιο είναι μεγάλη εφεύρεση. Όλα τα δωμάτια είναι. Πως στο διάολο τους ήρθε η ιδέα να τείμνουν τις ευθείες; Απίστευτο.&lt;br /&gt;«Σκατά ρε πούστη μου… μαμά γιατί είσαι γυμνή;»&lt;br /&gt;Όλα τα άλλα σταματάνε με τη μαμά να μένει στο πλάνο μόνη της.&lt;br /&gt;«Χαχαχα! Γκούχ γκούχ… αιμοραγώ χρυσό μου. Έχω περίοδο αιμοραγώ ,δεν βλέπεις;» αποκρίθηκε εκείνη.&lt;br /&gt;«Ώχ!»&lt;br /&gt;Τώρα το ‘δε. Βασικά δεν το είδε ακριβώς τώρα. Το είδε τη στιγμή που το είδε, όχι τη στιγμή που σκέφτηκε ότι το είδε, ούτε φυσικά τη στιγμή που το άκουσε. Σκατά. Σκατά. Έχουν εφέυρει ολόκληρα δωμάτια, και δεν μπορούν να βρούν μια λέξη που να περιγράφει το τώρα, αλλά όχι το τώρα που σκέφτεσαι όταν το λές, να αναφέρεται στη στιγμή που πραγματικά το εννοούσες, όταν το σκέφτηκες όχι όταν το πες, όταν τα φώτα ήταν σβηστά δηλαδή. Η θύμηση του αίματος σχεδόν τον χαστουκίζει.&lt;br /&gt;«Ναίι! Μαμά τώρα θυμάμαι όπως ερχόμουν…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παλιό ξενοδοχείο με τη λευκή πρόσοψη στεκόταν τόσο επιβλητικό πάνω από το κεφάλι σου αν το κοιτόυσες από χαμηλά, στην είσοδο, που φαινόταν σαν να έγερνε από πάνω σου να σε αγκαλιάσει. Ο Ιωσήφ πάντα στεκόταν, σήκωνε το κεφάλι ψηλά, και το κοιτούσε με δέος. Πάντα; Σκατά. &lt;br /&gt;Αυτό ακριβώς έκανε και τώρα. Το κτίριο είναι από τα λίγα πράγματα που δεν ακτινοβολούν φώς. Είναι απλά άσπρο. Φθαρμένο, αλλά άσπρο. Τρομαχτικό άσπρο. Τουλάχιστον ο Ιωσήφ τρόμαζε πάντα. Και κατέβαζε το κεφάλι τρίβοντας το μέτωπο του. Πάντα; Σκατά. Έσπρωξε την πράσινη βαριά πόρτα με τους μεντεσέδες που τρίζουν, και προχώρησε. &lt;br /&gt;«Πώωω…» δεν ήταν και πολύ καλά. Τότε ήταν που είδε ένα ρυάκι αίματος. Πραγματικά δεν ήταν και πολύ καλά. Τώρα δεν ήταν και πολύ καλά. Το ρυάκι μπροστά του κι αυτός όχι και τόσο καλά. Λεπτό ρυάκι, κυλούσε. Είχε μπεί μέσα και ήθελε χρόνο να αντιληφθεί τον χώρο ο Ιωσήφ. Πάντα;&lt;br /&gt;«Δεν είναι ούτε μια γαμημένη βδομάδα γαμώ τη πουτάνα μου!» ούρλιαξε τινάζοντας σάλια, κάνοντας τις φλέβες στο λαιμό του να φουσκώσουν.&lt;br /&gt;«Πώω.. σκατά» σε ήρεμο τόνο τώρα. Τι σκατά είναι αυτά τα αίματα. Αντιλήφθηκε το χώρο. Μπλέ όλα, άλλαζαν σε πράσινο πολύ γρήγορα. Στενός διάδρομος. Παλιά ξύλινα στριφογυριστά σκαλιά που τρίζουν. Και ανεβαίνουν σαν γαμιόλες. Κανείς δεν φαντάζεται πως ανεβαίνουν. Και δεν έχουν χρώμα. Ακτινοβολούν χωρίς χρώμα.&lt;br /&gt;Το αίμα στοιβάζεται στις γωνίες και στρίβει ακολουθώντας τον δερβίσικο στριφογυριστο χορό των σκούρων καφέ σκαλοπατιών. Καφέ; Είναι πηχτό, σκούρο πολύ, σε σημεία σχεδόν μαύρο. &lt;br /&gt;Τα σκαλιά τρίζουν πολύ ε. Πολύ. Γιατί τραγουδάνε τα γαμημένα;&lt;br /&gt;«Σκατά ρε πούστη…»&lt;br /&gt;Τα σκαλιά βγάζουν μια νότα το ένα μετά το άλλο. Ίσως επειδή ο Ιωσήφ μεταφέρει το βάρος του από το ένα στο άλλο πάντα ακολουθώντας ανοδική τροχιά.&lt;br /&gt;«Είμαι απλά ένα παιδι! Χαχ! Σκατάααα.. σκατουλάκιαα…»&lt;br /&gt;Ανατρίχιαζε συνέχεια. Όχι από το άιμα ανάμεσα στα πόδια του. Ανέβηκε έναν, δύο, τρείς όρόφους. Η σκάλα που τραγουδά μαλακίες τελείωσε τώρα γαμώ την πουτάνα μου, καιρός να φωσφορίσει και κανείς άλλος. Μπροστά στη πόρτα. Να λοιπόν το ρυάκι οδηγεί στη πόρτα, από εδώ φεύγει το αίμα και κατεβένει ένα ένα τα άχρωμα σκαλάκια. Η τα ανεβαίνει και καταλήγει εδώ. Όπως και να ‘χει ο εγκέφαλος του περιστρέφεται μέσα στο κρανίο του, επιλέει. Είναι πολύ αστεία αίσθηση. Να στέκεσαι μπροστά στη πόρτα του σπιτιού σου, ένα  ρυάκι αίματος να κυλάει κάτω από την πόρτα, ανάμεσα στα πόδια σου, παρακάτω να συνεχίζει στα τραγουδιστά σκαλάκια ένα ένα, και παρόλαυτα ο εγκεφαλάκος σου να επιπλέει σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ανέλπιστη τύχη. &lt;br /&gt;«Γαμώτο χαίρομαι….»&lt;br /&gt;Ναυτία από το αίμα. Αλλά χαρά. Ζάλη. Που καιρός για χαρές. Μυρωδιά σιδήρου. &lt;br /&gt;Θα σπρώξεις για να μπείς. Και θα αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είδες μαμά.. πώω… θυμόμουν τι είδα…Θυμόμουν ακριβώς τι σκατά είδα...»&lt;br /&gt;Η μαμά αντιφέγγει, μάλλον χαμογελάει, μάλλον κλαίει απο μέσα της με διάφορα χρώματα και σχήματα και στέκεται στο πάτωμα και χαμογελά ξανά. Κοιτάει προς την πόρτα, μάλλον βαριεστημένα, έχει απλωμένα και ανοιχτά τα πόδια της και έχει γύρει πίσω, στηρίζεται στα χέρια. Σκατά. Πολύ φώς, ας σβήσει κάποιος τα φώτα. Ο Ιωσήφ παραληρεί. Θα τα έσβηνε ο ίδιος αλλά απλά είναι υπερβολικά πολύ σε άλλη φάση. &lt;br /&gt;«Πώω.. μπουρδέλο ρε μαμά...»&lt;br /&gt; Όπως όλα δέιχνουν η μαμά έχει περίοδο. Ένα κόκκινο και μαύρο ρυάκι αίματος ξεκινά ανάμεσα απο τα ανοιχτά της πόδια και αργά αργά κυλάει προς την πόρτα, αφήνει χοντρά συμπαγή μαύρα κομμάτια στη χαραμάδα, και το υγρό του στοιχείο συνεχίζει κάτω απο αυτήν. Ενώνει το σχεδόν σιωπηλό του κελάρισμα με το κονσέρτο των τραγουδιστών σκαλιών. Ναι αυτές τις γαμιόλες.&lt;br /&gt;«Ρε μαμά...! Χαχά!!» Ο Ιωσήφ χαζογελάει, και το χαμόγελο του πλαταίνει όλο και πιο πολύ, όπως και η συνειδησή του. Σάλια στάζουν.&lt;br /&gt;«Σκατά..» τρίβει το κουτελό του «Ξέρω τι χρειάζεσαι τώρα μαμά, ξέρω τι λείπει..»&lt;br /&gt;Η ψευδαίσθηση της μαμάς του χαμογελά. Αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος γι’αυτό. Μπορέι στην πραγματικότητα η μαμά να θρηνεί, ή ακόμα χειρότερα να μην είναι εκεί. Η προβολή στο μυαλό του Ιωσήφ όμως, στο μυαλό του καθενός, αυτό λέει, και μόνο αυτήν έχουμε. Έτσι ο Ιωσήφ αποφάσισε πως ναί.&lt;br /&gt;Πήγε γρήγορα προς την κουζίνα. Αυτή την φορά δεν τον ένοιαζε και τόσο. Το χτύπημα είναι μια συναλλαγή. Κάποιος σου υποδηλώνει την παρουσία του. Σκατά. Ναί. Κάποιος σου λέει κοίταξε φίλε αν όλα καταρέουν χωρίς ποτέ να έχουν καταρεύσει εντελώς πράγμα πολύ χειρότερο απο το να κατέρεαν και να τελειώναμε, τότε άκου. Ε ψηλέ, άκου. Να ξέρεις πως πάντα υπάρχει κάτι στέρεο χωρίς αυτο να σημαίνει κάτι καλό απαραίτητα. Για παράδειγμα ο τοίχος. Κι αν δεν με πιστεύεις μπορείς απλά να σπάσεις τα μούτρα σου πάνω του και να σιγουρευτείς. &lt;br /&gt;Αυτά έλεγε ο εαυτός του Ιωσήφ στον Ιωσήφ. Σκατα, πως γίνεται αυτό; Χτύπησε τρείς φορές στον τοίχο. Πραγματικά ήταν στέρεος ο πούστης. Καλό αυτό. Θα προτιμούσε να πάει στη κουζίνα και να ρθει το ίδιο γρήγορα χωρίς να σκοντάφτει η να κουτουλάει αλλα και το οτι χτύπησε στον τοίχο δεν είναι κακό. Ο Ιωσήφ άφησε κανα δυό κυλίδες αίματος στον τοίχο και έφυγε.&lt;br /&gt;«Χεχε μαμά! Να!» ρουφούσε τη μύτη του που έτρεχε αίμα και είχε λερώσει την μπλούζα του. Κάθε φορά που ρουφούσε τη μυτή του άκουγε τον ήχο του ρουφήγματος να βγένει μέσα απο τον εγκεφαλό του, μια γλυκιά δόνηση, κίτρινη. Κρατούσε την κουδουνιστή κουτάλα.&lt;br /&gt;«Πώω...» ανέμιζε την κουτάλα στον αέρα ενθουσιασμένος.&lt;br /&gt;«Βλέπεις μαμά; Είναι η κουτάλα που κουδουνίζει κόκκινα... Μαυτήν μου φτιάχνεις το μπλέ πρωινό μου.»&lt;br /&gt;Την έδωσε στη μητέρα κι εκείνη χαμογελά κοιτώντας τον σιωπηλή. Φαίνεται πολύ καλύτερα τώρα, πιο χαρούμενη απο πριν, χωρίς πολλά ρυάκια. Η κουτάλα αστράφτει στο χέρι της. Βγάζει κόκκινες σπίθες και μικροκύματα. Πόσο καλά ξέρει η μαμά να χειρίζεται την κουδουνιστή κουτάλα! &lt;br /&gt;Πάντα; Σκατά. Μπλέ γάλα με δημητριακά. Του χει λείψει γαμώτο. Εδώ και μια βδομάδα του χει λείψει πολύ. Ανακατεμένα με την υπερφυσική κουτάλα που κουδουνίζει και βγάζει σπίθες και φλόγες στα έμπειρα αδύνατα χέρια της μαμάς.&lt;br /&gt;«Ε τι περιμένεις λοιπόν; Δώστην μου!» του αποκρίνεται η μαμά ανάμεσα σε ένα χαμό απο βήχα.&lt;br /&gt;Ο Ιωσήφ της δίνει την κουτάλα γελώντας και χαϊδεύοντας αμήχανα την κόκκινη απο το αίμα μπλούζα του. Τώρα πια δεν κάνει κάτι για να το σταματήσει ούτε ρουφάει τη μύτη του. Οι κόκκινες εικόνες στον αέρα μπροστά του γρήγορα γίνονται μπλέ και τον χτυπούν στο κεφάλι. &lt;br /&gt;«Τι όμορφη γεύση... ρε γαμώτο..»&lt;br /&gt;Οι παλμοί της καρδιάς του φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν το κεφάλι του ρυθμικά. Κάνουν τον εγκέφαλο του να αναδεύεται ήρεμα στο ζεστο του υγρό. Το νιώθει. Πόσο μπλέ μπορεί να χωρέσει το κωλομυαλό;&lt;br /&gt;«Σκατά... Μαμά.. ε;»&lt;br /&gt;Προσπαθεί να μεταφράσει τη σκέψη του σε λόγια αλλα δεν βγένει τίποτα γαμώτο. Παρατηρεί τις μπλέ ακτίνες να βγένουν απο το στόμα του, χωρίς να κάνουν θόρυβο όμως.&lt;br /&gt;«Γαμώτο μου.. τα δημητριακά λέω! Γιατί τόσο μπλέ γύρω απο την κουτάλα μαμά;» Η ανάμνηση τον τυλίγει ασφυκτικά πλέον. &lt;br /&gt;«Κι άλλο μπλέ μαμά!»&lt;br /&gt;Η μαμά έχει σχεδόν ξαπλώσει το πάτωμα. Δείχνει να μην έχει την δύναμη ούτε να αναπνεύσει πια. Οι ρόζ ατμοί απο τα ρουθούνια της είναι πολύ αχνοί. Γυρίζει βαριεστημένα τα μισόκλειστα κοκκινισμένα μάτια της στον Ιωσήφ.&lt;br /&gt;«Χεχ.. γάλα;»&lt;br /&gt;Ο Ιωσήφ αναπηδά «Ναί! Γιατί μπλέ; Πω... Είναι αρκετό; Εννοώ.. σκατά..»&lt;br /&gt;«Δεν είναι αρκετό. Είναι εκεί. Εγώ το έβαλα. Είναι το δυναμωτικό σου.»&lt;br /&gt;Τέσσερις προτάσεις που ξεκλειδώνουν κουτάκια, κι εκείνα ξεκλειδώνουν κι άλλα και ξεκινά μια αλυσιδωτή αντίδραση στο μυαλό του Ιωσήφ που τον ρίχνει στα γόνατα με ένα δυνατό γδούπο.&lt;br /&gt;«Σκατά...»&lt;br /&gt;Δεν είναι αρκετό. Αν είναι κάτι, αν πρέπει να πούμε πως έιναι κάτι, τότε θα πούμε πως είναι εκεί. Η μαμά αγαπάει τον Ιωσήφ. &lt;br /&gt;«Δεν θυμάται κανείς αλλά αυτα δεν χρειάζεται να τα θυμάσαι έτσι δεν είναι Ιωσήφ;»&lt;br /&gt;Πάλι μιλά στον εαυτό του. Τι σκατά μηχανισμός και τούτος. Η μαμά το καταλαβένει και δεν δίνει σημασία. Αλλά το μπλέ είναι εκεί. Ο Ιωσήφ πρέπει να το πίνει για να μεγαλώσει, να γίνει δυνατός. Και φέγγει τόσο. Περισότερο απο τη μαμά, το αίμα, τα σκαλάκια, τις πληροφορίες και τον ήχο των πουλιών. Το βλέπεις και καταλαβένεις πως αυτό έχει σημασία, αυτό θές.&lt;br /&gt;«Σκατά...»&lt;br /&gt;Κελαηδόυν όμως ε. Εκκωφαντικά τώρα. Πριν ένα δευτερόλεπτο δεν τα άκουγες σχεδόν. Αν περιμένεις άλλο ένα ίσως σταματήσουν. Κι έτσι ο Ιωσήφ περίμενε. Και περίμενε...&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-8508426645593780820?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/8508426645593780820/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/04/blog-post.html#comment-form' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8508426645593780820'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8508426645593780820'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/04/blog-post.html' title='Μπλέ Αιωνιότητα'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-8588774676516565956</id><published>2009-03-16T04:09:00.000-07:00</published><updated>2009-03-16T10:23:09.676-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='διηγήματα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ε.Φ.'/><title type='text'>Οι Φύλακες Άγγελοι (Ελεύθερες Ζώνες)</title><content type='html'>Η μικρούλα Χλόη δε προλάβενε να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά. Είχε ανοίξει διάπλατα τα μεγάλα καστανά της μάτια και προσπαθούσε να χωρέσει μέσα τους όλα τα φώτα, όλες τις γιρλάντες και τους ανθρώπους και τα παιχνίδια και και και…&lt;br /&gt;«Όοοοο!» έκανε κοιτώντας έναν κλόουν να παίζει με αναμμένους πυρσούς.&lt;br /&gt;«Άαααα!» μα τι τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο αυτό στην είσοδο του εμπορικού κέντρου!&lt;br /&gt;Η μητέρα της από την άλλη δεν έδειχνε να  ενδιαφέρεται και τόσο για όλα τα μαγικά και θαυμαστά που συνέβεναν γύρω της. «Έλα Χλόη προχώρα! Έχουμε δουλειές!» της έλεγε καθώς την τραβούσε από το χέρι.&lt;br /&gt;Και η Χλόη έσερνε αναγκαστικά τα πόδια της προχωρόντας με το στόμα ανοιχτό και το κεφάλι γυρισμένο πίσω, μέχρι να βρεί το επόμενο θέαμα.&lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;Σε λίγες μέρες θα ερχόντουσαν τα χριστούγεννα,  και η Χλόη με τη μητέρα της έιχαν βγεί στο κέντρο της πόλης να ψωνίσουν. Οι δρόμοι ήταν πολύβουοι, και η Εύα Χάαγκεν, η μητέρα της Χλόης τρομερά αγχωμένη γιατί δεν μπορούσε με τίποτα να βρεί εκείνα τα υπέροχα κίτρινα μποτάκια στο νουμερό της. Είχανε  περίπου μιάμιση ώρα τώρα που γυρνούσαν από μαγαζί σε μαγαζί. Η Εύα ξεφυσούσε φορτωμένη σακούλες, και σκεπτόταν ότι εκείνα τα παραπανίσια κιλάκια είχαν αρχίσει να φαίνονται. Η Χλόη χαμένη μέσα στα χριστουγεννιάτικα αρώματα και στις μουσικές, δεν είχε ξαναδεί την πόλη στολισμένη. Ήταν η πρώτη της φορά και είχε εκστασιαστεί.&lt;br /&gt;«Μαμά , μαμά! Κοίτα εκείνο το παιδάκι τι κοντό που είναι!» φώναξε η μικρή δείχνωντας ένα νάνο που παρίστανε το ξωτικό και μοίραζε γλυφιτζούρια.&lt;br /&gt;«Από δώ, έλα τώρα, ίσως εδώ να έχουν!» Η μητέρα της μπήκε φουριόζα σε ένα ακόμη από τα τεράστια μαγαζιά του κέντρου. Η μικρούλα ακολουθούσε όπως όπως και παραπατώντας, τινάζοντας τα ξανθά της μαλλιά κοιτώντας προς τα πίσω.&lt;br /&gt;«Χαίρεται! Πως θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;»&lt;br /&gt;Η φωνή ερχόταν από έναν άντρα με σοκολατί μελαμψό δέρμα όπως διαπίστωσε η Χλόη. Ο πωλητής αυτός, γύρω στα τριάντα, ήταν γοητευτικότατος με τις αμυδρές του ρυτίδες γύρω από τα μάτια, διαπίστωσε η Εύα.&lt;br /&gt;«Εμμ.. Να.»&lt;br /&gt;Η Εύα Χάαγκεν ακούμπησε τις σακούλες κάτω, και έβαλε την παλάμη της ανοιχτή στο στέρνο μιλώντας με νάζι.&lt;br /&gt;«Έχω δεί αυτά τα κίτρινα Lautier μποτάκια, αλλά πουθενά δεν μπορώ να βρώ στο νούμερο μου ξέρετε, έχω γυρίσει όλα τα μαγαζιά αλλά τίποτα…»&lt;br /&gt;«Χμμ για να δούμε… Τι νούμερο….»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η συζήτηση έχασε γρήγορα το ενδιαφέρον της για το μικρό κοριτσάκι και οι φωνές έσβησαν γι’αυτήν. Της άρεσε πολύ περισσότερο η χριστουγεννιάτικη μουσική από τα μεγάφωνα του μαγαζιού και ακούγοντας την άρχισε να περπατάει προς τα ράφια. Σε κάθε βήμα σηκωνόταν αργά στις μύτες και ξανάπεφτε στις φτέρνες απότομα. Μετά έσερνε τα παπούτσια της, και προχώραγε αφηρημένη. Ξαφνικά, είδε στο ράφι δίπλα της ένα μεγάλο χρυσό άστερι που αναβόσβηνε αργά. Τι εντυπωσιακό! Το κοριτσάκι γούρλωσε τα μάτια. Το αστέρι στεκόταν σε μια κυλινδρική θήκη - ήταν από εκείνα που τοποθετούνται στη κορυφή του χριστουγενιάτικου δέντρου. Η Χλόη έτρεξε προς το μέρος του και σήκωσε στο χεράκι της να το πάρει. Ήταν πραγματικά πολύ μεγάλο! Ενθουσιασμένη καθώς ήταν πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε να πεί στη μαμά της για το θαυμαστό εύρημα.&lt;br /&gt;«Μαμάα.. Ούγκχ!!»&lt;br /&gt;Κουτούλησε απότομα πάνω σε κάτι σκληρό που βρισκόταν πίσω της και ανέκοψε τη πορεία της.&lt;br /&gt;«Καλύτερα να τοποθετήσεις αυτό το προϊόν πίσω στη θέση του, εκτός εάν έχεις σκοπό να το αγοράσεις», της είπε μια ενήλικη φωνή. &lt;br /&gt;Ήταν ο Φύλακας Άγγελός της. Πως μπόρεσε να τον ξεχάσει; Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε με σουφρωμένα φρύδια και σφιγμένα χείλη.&lt;br /&gt;Το χέρι της μητέρας της άρπαξε από την αγκαλιά της το αστέρι και το τοποθέτησε ξανά στο ράφι. Ύστερα έσκυψε και κοίταξε τη μικρή στα μάτια.&lt;br /&gt;«Πόσες φορές θα σου πώ να μην απομακρύνεσαι; Που στο καλό έχεις το νού σου;»&lt;br /&gt;Το κοριτσάκι δε μίλησε. Τα μάτια της μαμάς του φαινόταν κουρασμένα σκέφτηκε.&lt;br /&gt;Εκείνη την έπιασε από το χέρι και την έσυρε ξανά. Τώρα το κοριτσάκι κοιτούσε προς τα πίσω τον Φύλακα Άγγελο της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λοιπόν έτσι είναι τα πράγματα. Και ξέρετε τι θα πεί 0,87%? Μια στρατιά! Συμπαθάτε με, αλλά ούτε εγώ ούτε κανένας αληθινός Χριστιανός θα δεχόταν να ζήσει με μια στρατιά κακοποιούς, εγκληματίες, ανώμαλους, δολοφόνους και άλλα απροβάσματα δίπλα του απροστάτευτος. Επιτέλους, μάρτυς μου ο θεός, ήρθε η ώρα κάποιοι να πάνε από κεί που ήρθαν.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Κέν Λιάκος σιγούρεψε το καπό του αυτοκινήτου στο ειδικό στάντ και βάλθηκε να τσεκάρει τα μπουζί. Ένας θεός ξέρει πόσα χέρια έχει αλλάξει αυτό το αμάξι, πριν το αγοράσει τελικά και ο ίδιος από τον Σταύρο Περού, έναν εβδομηντάρη απατεώνα κοντά στην ακτή. Άντε να βρείς άκρη, όταν σχεδόν σίγουρα από τα δεκάδες χέρια που θα πέρασε αυτό το σαράβαλο ο καθένας έχει πειράξει και από κάτι. Κάθε τρείς και λίγο το αμάξι δεν παίρνει μπροστά, και μία φταίνε τα μπουζί, μία η μπαταρία, μία οι ιμάντες και πάει λέγοντας. Ο Κέν Λιάκος ήθελε τώρα να μεταφέρει μερικά εργαλεία στο χωράφι και το κωλοάμαξο δε λέει να ξεκινήσει. Ψάχνοντας μέσα σε παξιμάδια και βιδούλες, γράσα και καλωδιάκια να βγάλει μιαν άκρη, μια σκιά πέφτει από πάνω του. Ο Λιάκος γύρισε απότομα.&lt;br /&gt;«Άιντε μου στο διάολο κι εσύ! Κάνε παραπέρα να βλέπω εδώ μέσα! Φύγε απ’τον ήλιο ρε!» φώναξε χειρονομώντας. Το στόμα του άχνιζε από το τσουχτερό κρύο.&lt;br /&gt;«Αυτό θα είναι 12,8 ευρώ για εξύβριση οργάνου κύριε.» απάντησε ο Φύλακας Άγγελος που πισωπάτησε παρόλαυτα.&lt;br /&gt;«Δε ‘πα να γαμηθείς λέω γω μωρή μαλακία κι εσύ τώρα, είχα όλα τ’άλλα..» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Λιάκος, αρκετά σιγά για να μην ακουστεί αυτή τη φορά.&lt;br /&gt;Απ’ότι φαίνεται θα του περνε αρκετή ώρα ακόμη, και αν ήταν τόσο άτυχος πιά, ίσως να χρειαζόταν να κατέβει στην πόλη για να αγοράσει ανταλλακτικά ή ακόμα χειρότερα να φωνάξει ένα γερανό να πάρει το αμάξι και να το πάει σε συνεργείο, πράγμα που σήμαινε πως η μεταφορά των εργαλείων μάλλον δεν θα γινόταν σήμερα.&lt;br /&gt;Βάζοντας το χέρι μέσα από το παράθυρο γύρισε τη μίζα για πολλοστή φορά. Η μηχανή έκανε ένα θόρυβο σαν παλιό χαλασμένο πλυντήριο και το αμάξωμα ταρακουνήθηκε, αλλα το αυτοκίνητο σαν από πείσμα, δεν ζωντάνεψε ούτε τώρα.&lt;br /&gt;«Άντε γαμήσου!» Ο Λιάκος χτύπησε με τη γροθιά του τον ουρανό του αμαξιού και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.&lt;br /&gt;Έπλυνε τα χέρια του, έφτυσε στο νιπτήρα και κάθισε στο τερματικό της κουζίνας. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στο καθίκι τον Περού δεν ξαναπάω. Που αλλού μπορεί να έχει κανα συνεργείο εδώ κοντά τώρα;»&lt;br /&gt;Πληκτρολόγησε τις απορίες του και πάτησε enter. Άκουσε βήματα πίσω του. Γύρισε ανάβοντας ένα τσιγάρο και κοίταξε τον Φύλακα Άγγελο του που στεκόταν από πάνω του.&lt;br /&gt;«Έλα να δείς! Πέτυχα μια φοβερή σελίδα με γυμνά ανήλικα!» του είπε δείχνωντας την οθόνη με τον αντίχειρα.&lt;br /&gt;Ο Φύλακας Άγγελος κοιτούσε την οθόνη του τερματικού πίσω από τον Κεν Λιάκο αμίλητος. Ο Λιάκος φύσηξε τον καπνό του προς τον Φύλακα Άγγελο του και γύρισε ξανά στην οθόνη. &lt;br /&gt;Δεν ήταν και τόσο τυχερός - το πιο κοντινό συνεργείο μετά τον Περού ήταν στα 35 χιλιόμετρα, σχεδόν όσο απείχε και το κέντρο της πόλης από τη μικρή φάρμα του Λιάκου.&lt;br /&gt;«Σκατά..» μονολόγησε πάλι, και σηκώθηκε. Θα του περνε τρείς ώρες όλη η υπόθεση με το μηχανάκι. Πάνε οι δουλειές για σήμερα. Πήρε το κράνος του και βγήκε έξω.&lt;br /&gt;Μετά από καμιά ώρα, με το μηχανάκι έφτασε στο συνεργείο. Αν και είχε τυλιχτεί ολόκληρος με ρούχα, ένιωθε πως έχει κοκκαλώσει. Τελικά σηκώθηκε τουρτουρίζοντας και μπήκε στο μαγαζί.&lt;br /&gt;«Γαμ..» ο Λιάκος έπνιξε την βλαστημιά που πήγε να ξεστομίσει επειδή σκόνταψε σε ένα παλιοσίδερο. Φαινόταν κομμάτι ενός άχρηστου πια προφυλακτήρα. Γύρω από το σίδερο, και σε όλο το πάτωμα όπως διαπίστωσε ο Κεν, ήταν σκόρπια κι άλλα παρόμοια παλιοσίδερα, αλλά και ρινίσματα από σίδερο, άδεια κουτάκια από βερνίκι, παρατημένα δοχεία με λάδι ή βενζίνη, δεκάδες στουπιά και πατσαβούρια, και κάπου κάπου ξεχώριζες πεταμένα και κανένα κίτρινο κατσαβίδι ή καμιά πένσα με λαστιχένια λαβή ανάμεσα σ’αυτόν το χαμό.&lt;br /&gt;Τη στιγμή που ο Λιάκος έπερνε ανάσα για να φωνάξει αν είναι κανείς εκεί, ακούστηκε ένα καζανάκι και κατόπιν υδροροές να τρίζουν σαν κάποιος χείμαρος να ξεχύνεται. Ο θόρυβος ήταν τόσο δυνατός που ο Λιάκος ένιωσε ότι με κάποιο τρόπο αυτό το ποτάμι απο σκατά θα του ‘ρθει στο κεφάλι από κάπου. Κοίταξε πάνω πισωπατώντας ασυναίσθητα.&lt;br /&gt;«Γειά σου φίλε μου! Χρόνια πολλά!»&lt;br /&gt;Ο Κεν Λιάκος κατέβασε το κεφάλι απότομα και είδε από το βάθος του μαγαζιού να έρχεται ένας μελαμψός τύπος με πλατύ χαμόγελο. Ο τύπος κουμπωνότανε και φορούσε κάτι που κάποτε πρέπει να ήταν ολόσωμη εργατική φόρμα, αλλά τώρα πια έμοιαζε περισσότερο με ένα σύνολο από μπαλώματα και  κρόσια. Ο τύπος στάθηκε μπροστά στον Λιάκο και του έτεινε το χέρι.&lt;br /&gt;«Γειά σου φίλε μου! Εγώ ο Αλί, έχω το μαγαζί! Αλί!» &lt;br /&gt;Ο Λιάκος κοίταξε το χέρι του Αλί αηδιασμένος. Αυτός ο βρόμικος τύπος πιθανότατα μόλις έχεσε. Ο Αλί κοίταξε κι αυτός το χέρι του. Με μια κίνηση το σκούπισε στην πενταβρόμικη φόρμα του και το ξαναέτεινε.&lt;br /&gt;«Γειά σου φίλε μου! Εγώ ο Αλί, έχω το μαγαζί! Αλί!» Το χαμόγελο του ήταν το ίδιο πλατύ.&lt;br /&gt;Ο Λιάκος του έδωσε το χέρι απρόθυμα.&lt;br /&gt;«Γειά.»&lt;br /&gt;«Εγώ φτιάχνω αμάξια, μηχανές, μοτοσυκλέτες όλα!» συνέχισε ο Αλί χωρίς σταματημό, και κοιτώντας έξω το μηχανάκι του Λιάκου είπε «το μηχανάκι σου έχει πρόβλημα; Εγώ ο Αλί θα στο φτιάξω!» Τσάκωσε έναν κάβουρα από έναν πάγκο και αμέσως κινήθηκε προς το μηχανάκι έξω.&lt;br /&gt;«Στάσου ρε φίλε να σου πώ μισό λεπτό!» Ο Κεν Λιάκος τον έπιασε από το μπράτσο.&lt;br /&gt;«Δεν έχει το μηχανάκι πρόβλημα! Το αμάξι μου έχει. Δεν παίρνει μπροστά με τίποτα, προσπαθώ όλο το πρωί.»&lt;br /&gt;«Με τέτοιο κρύο τα αμάξια δεν παίρνουν μπροστά. Τα αμάξια φοβούνται το κρύο. Ο Αλί όχι!» απάντησε ο μαυριδερός τύπος και έκανε να πάει προς τα έξω ξανά.&lt;br /&gt;«Μα σταμάτα σου λέω! Δεν είναι εδώ το αμάξι είναι στη φάρμα μου!»&lt;br /&gt;«Α!» Ο Αλί επιτέλους άφησε τον κάβουρα στον πάγκο ξανά, και έπιασε να ασχολείται με μια αρμαθιά καλώδια. Φαίνεται πως όλη την ώρα έπρεπε να ασχολείται με κάτι.&lt;br /&gt;«Λοιπόν, είναι πολύ παλιό μοντέλο και  μου  βγάζει συνέχεια προβλήματα, σήμερα έπαθε αυτό. Κοίταξα τα ηλεκτρικά και δουλεύουν όλα ή έτσι μου φάνηκε. Τι μπορεί να φταίει;»&lt;br /&gt;«Ο Αλί δεν ξέρει» απάντησε αδιάφορα ο άλλος ξεμπλέκοντας τα καλώδια.&lt;br /&gt;«Τι θα πεί δεν ξέρεις ρε φίλε; Η δουλειά σου δεν είναι αυτή;»&lt;br /&gt;«Ο Αλί πρέπει να δεί το αμάξι για να σου πεί τι έχει. Έτσι δεν γίνεται.»&lt;br /&gt;Ο Κεν Λιάκος έβαλε τα χέρια στη μέση. &lt;br /&gt;«Ε δεν μπορείς να υποθέσεις; Θα πάρω από σένα τα ανταλλακτικά, αλλά τέλος πάντων δεν θέλω να στο αφήσω γιατί το χρειάζομαι άμεσα. Κάνω τις δουλειές μου μ’αυτό.»&lt;br /&gt;«Πρέπει να το δώ από κοντά.»&lt;br /&gt;«Ούφ, τέλος πάντων πόσο καιρό θα σου πάρει να το φτιάξεις;»&lt;br /&gt;«Τρείς ημέρες.» &lt;br /&gt;«Ότι κι αν έχει;»&lt;br /&gt;«Ναι. Ο Αλί μπορεί.»&lt;br /&gt;«Σκατά. Γερανό έχεις;»&lt;br /&gt;«Έχω γερανό.» Ο Αλί σταμάτησε να ασχολείται με τα καλώδια, και κοίταξε για λίγο τον Φύλακα Άγγελο του Κεν  πριν συμπληρώσει: «ο Αλί έχει και… παλιά ανταλλακτικά. Φθηνά φίλε.»&lt;br /&gt;Ο Κέν κοίταξε τον Αλί με νόημα.&lt;br /&gt;«Ακόμα καλύτερα φίλε.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Θωμάς Χάαγκεν προσπαθούσε εδώ και ώρα να βάλει σε μια τάξη τα χαρτιά που ξέρασε ο εκτυπωτής του και να δεί ποιά θα πάνε στο γραφείο παραγγελιών για τις αλλαγές διακανονισμών, ποιά είναι για το αρχείο του λογιστηρίου, ποιά είναι τρέχοντα και ποιά είναι για τον κάλαθο των αχρήστων. Είχε να σηκωθεί από την καρέκλα του γύρω στις πέντε ώρες αφοσιωμένος σ’αυτή τη διαδικασία που θα έκανε να βαρεθούν ακόμα και τύπους που ακούνε κλασσική μουσική. Τουλάχιστον το χάος από τα χαρτιά έδειχνε να μπένει σε μια τάξη μετά από τόσες ώρες. Ο Θωμάς Χάαγκεν τεντώθηκε προς τα πίσω. Το πρόβλημα ήταν το πώς θα έμπεναν και οι σπόνδυλοί του σε τάξη μετά από αυτή τη δουλειά. &lt;br /&gt;Μπορεί η εταιρεία στης οποίας το λογιστήριο δούλευε να ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία κατασκευής επίπλων στη πολιτεία, αλλά οι καρέκλες που είχαν για το προσωπικό θα ταίριαζαν καλύτερα σε φακίρηδες. Από την άλλη μπορεί να ήταν η ίδια η δουλειά τέτοια που να σ’έκανε να πιάνεσαι σαν αλάδωτο ρομπότ. Όπως και να ‘χε ο Θωμάς Χάαγκεν ζαλιζότανε και ήτανε πιασμένος αλλά δεν έδινε σημασία σε τίποτα από τα δύο παρα μόνο στα χαρτιά του, μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο.&lt;br /&gt;Στα πρώτα δύο κουδουνίσματα, ο Θωμάς σήκωσε το κεφάλι και απλά κοιτούσε το τηλέφωνο σουφρώνοντας το αραιό από γκριζομαύρα μαλλιά μέτωπό του. Το κοιτούσε σαν να μην ήξερε τι να κάνει μ’αυτό. Τελικά τίναξε το κεφάλι και άπλωσε το χέρι του. Στην οθόνη εμφανίστηκε η Εύα Χάαγκεν, η γυναίκα του.&lt;br /&gt;«Γειά! Τι γίνεται; Πήζεις; Καλέ πως είναι έτσι τα μάτια σου; Δεν έχεις βγεί καθόλου από το γραφείο;»&lt;br /&gt;«Βασικά, ναι». Ο Θώμας διαπίστωσε πως πρέπει να κατουρήσει.&lt;br /&gt;«Μάλιστα. Τέλος πάντων έγω, τώρα γύρισα σπίτι με τη μικρή. Αγόρασα κάτι μποτάκια απίστευτα!»&lt;br /&gt;«Τέλεια.»&lt;br /&gt;«Τι ώρα θα έρθεις;»&lt;br /&gt;«Σε κανα δυό ώρες.»&lt;br /&gt;«Της μικρής της έκανε παρατήρηση πάλι σήμερα.»&lt;br /&gt;Ο Θωμάς έδειξε να ενδιαφέρεται ξαφνικά για το θέμα που συζητούσαν.&lt;br /&gt;«Ο ΦΑ;»&lt;br /&gt;«Ναί.»&lt;br /&gt;«Τι έγινε;»&lt;br /&gt;«Ντάξει, όχι κάτι σημαντικό. Θα σου πώ όταν έρθεις. Αλλά να της μιλήσεις. Εμένα δεν με ακούει ότι κι αν της λέω.»&lt;br /&gt;«Ούφ… Οκ θα της τα πώ ένα χεράκι όταν έρθω.» Ο Θωμάς δεν άντεχε την ανεμελιά και την ανυπακοή της κόρης του.&lt;br /&gt;«Φέρε και φαγητό όπως θα έρχεσαι εντάξει;»&lt;br /&gt;«Εντάξει. Γειά.»&lt;br /&gt;«Γειά.»&lt;br /&gt;Ο Θωμάς πίεσε ένα κουμπί και σηκώθηκε βιαστικά για να πάει στην τουαλέτα. Ο Φύλακας Άγγελος του, παραμέρισε για να περάσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι είσαι;»&lt;br /&gt;«Υπ’ αριθμόν ΑΑ342-890Η-Ζ44 Φύλακας Άγγελος, δημιουργηθείς υπο της Ευρωπαϊκής κυβερνήσεως, εξ ολοκλήρου ιδιοκτησία του Υπουργείου Κοινωνικής Γαλήνης και στην υπηρεσία των πολιτών.»&lt;br /&gt;«Χαχαχα! Είδατε που σας έλεγα; Ποιός άνθρωπος θα έδινε τέτοια απάντηση; Δεν μου λές γιατί δεν άκουσα καλά, τι είσαι;»&lt;br /&gt;«Υπ’ αριθμόν ΑΑ342-890Η-Ζ44 Φύλακας Άγγελος, δημιουργηθείς υπο της Ευρωπαϊκής κυβερνήσεως και εξ ολοκλήρου ιδιοκτησία του Υπουργείου Κοινωνικής Γαλήνης και στην υπηρεσία των πολιτών.»&lt;br /&gt; «Χαχαχα,  ωχ ωχ η κοιλιά μου! Ακόμα περισσότερο, ποιός άνθρωπος θα έδινε τέτοια απάντηση ΔΥΟ φορές;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ζώης Κυριακού χαμήλωσε το βλέμμα από τις δεκάδες οθόνες μπροστά του, ακούμπησε με τους αγκώνες στο γραφείο και έτριψε τα μάτια του. &lt;br /&gt;«Πως θα τη παλέψω μέχρι τις δώδεκα το βράδυ;» αναρωτήθηκε κοιτώντας το ρολόι του. Ήταν ακόμα απόγευμα.&lt;br /&gt;«Χμμ..»&lt;br /&gt;Κοίταξε λίγο επιφυλακτικά πίσω του.&lt;br /&gt;«Η πόλη είναι μια χαρά ασφαλής νομίζω. Δεν πιστεύω να της λείψω και πολύ..»&lt;br /&gt;Αυτό που ήθελε ήταν να δεί καμιά τσοντούλα για καμιά ωρίτσα. Έτσι κι αλλιώς η δουλειά του στα άδυτα του Υπουργείου Κοινωνικής Γαλήνης, περισσότερο ακουγόταν πομπώδης παρα ήταν ενδιαφέρουσα.&lt;br /&gt;Έριξε μια γρήγορη ματιά στα δεκάδες μόνιτορ γύρω του, και στις κονσόλες μπροστά του. Τα λαμπιόνια και οι ενδείξεις τους έδειχναν τα ίδια με κάθε φορά. Μπορεί να μην ήξερε τι ακριβώς σημαίνει το καθένα τους, αλλά αφού κάθε φορά δεν τρέχει τίποτα, τότε δεν τρέχει ούτε και τώρα. Οι Φύλακες Άγγελοι είναι μια χαρά, και φυλούν την πόλη μας.&lt;br /&gt;Ο Ζώης πληκτρολόγησε κάποιες εντολές σε ένα από τα μόνιτορ, και το σόου άρχισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εεε ναι, καλά κι εγώ θέλω τον ιδιωτικό μου χώρο, όπως και όλοι λογικό δεν είναι; Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα θα ήταν ένας ηδονοβλεψίας στη κρεβατοκάμαρα μου. Πιστέψτε με, αν μου συνέβενε κάτι τέτοιο, θα ήμουν ξεκάθαρος: θα του άνοιγα το κεφάλι με ότι έβρισκα μπροστά μου. Θα τον σκότωνα! Αλλά ξέρετε κάτι; Δεν υπάρχει λόγος, διότι θα τα κάνει όλα ο Φύλακας Άγγελος μου για μένα. Εκείνος θα με προστατέψει από τέτοια καθίκια.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα συγκρατημένα βογκητά που γέμιζαν μέχρι πριν λίγο το δωμάτιο σιώπησαν. Ο Θωμάς Χάαγκεν ξάπλωσε ανάσκελα προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του. Κοίταξε έξω, είχε νυχτώσει, η ώρα ήταν περασμένη. Δίπλα του η γυναίκα του η Εύα, γύρισε από τη τουαλέτα και ξάπλωσε κι εκείνη. Αναστέναξε, κουρασμένη αλλά όχι λαχανιασμένη.&lt;br /&gt;«Μίλησες στη μικρή;»&lt;br /&gt;Ο Θωμάς στραβομουτσούνιασε. &lt;br /&gt;«Ναί» είπε.&lt;br /&gt;«Και;»&lt;br /&gt;«Δεν ξέρω τι θα γίνει μ’αυτό το παιδί. Δεν μπορεί να καταλάβει.»&lt;br /&gt;«Είναι μικρή ακόμα» είπε η Εύα με απολογητικό τόνο.&lt;br /&gt;«Ούφ.. δεν ξέρω.» Ο Θωμάς κοίταξε κλεφτά τους δύο ΦΑ πάνω στις βάσεις τους. «Απλά την βλέπουν. Είναι τόσο δύσκολο να είναι ένα φρόνιμο κορίτσι;»&lt;br /&gt;«Δεν ξέρω. Καληνύχτα.»&lt;br /&gt;«Μου υποσχέθηκε πως θα ναι πιο προσεκτική από δώ κι εμπρός. Για άλλη μια φορά.»&lt;br /&gt;«Είναι μικρή Θωμά. Καληνύχτα.»&lt;br /&gt;Η Εύα γύρισε πλευρό κι έκλεισε τα μάτια της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αν είναι  δυνατόν να αποκαλέσει κάποιος έναν Φύλακα Άγγελο ηδονοβλεψία! Είναι απλά αστείο, και δείχνει ότι μερικοί δεν καταλαβένουν ούτε για τι πρόκειτται ούτε για τι γίνεται πέρα από τη μύτη τους. Παιδιά, αυτό εδώ είναι πράγμα. Όχι «πράγμα», αλλά πράγμα πως το λένε, αντικείμενο. Σίδερο. Ακίνητο, μονολιθικό, μασίφ, αναίσθητο. Δεν καβλώνει με τίποτα πως το λένε! Αυτό το πράγμα είναι όσο ηδονοβλεψίας όσο ένας τύφλος ευνούχος ενενήντα χρονών.»&lt;br /&gt; &lt;br /&gt; * * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λοιπόν; Πώς το βλέπεις;» είπε ο Κεν Λιάκος ακουμπώντας με τον αγκώνα στον ουρανό του αυτοκινήτου.&lt;br /&gt;Το κεφάλι του Αλί εμφανίστηκε στο πλάι πίσω από το καπώ.&lt;br /&gt;«Μια γρήγορη ματιά είναι φίλε. Θα το πάρω.»&lt;br /&gt;«Σκατά.»&lt;br /&gt;Ο Αλί του είπε με ένα πλατύ χαμόγελο «Τρείς μέρες.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Κεν Λιάκος πάρκαρε το μηχανάκι του έξω από το μαγαζί του Αλί και μπήκε μέσα.&lt;br /&gt;Το μαγαζί φαινόταν βομβαρδισμένο και άδειο από ανθρώπους όπως πάντα. Στη μέση του χώρου στριμωγμένο ανάμεσα σε ένα κομπρεσέρ αέρα, μια ηλεκτροκόλληση και άλλα σιδερικά, θαμμένο κάτω από χιλιόμετρα μπαλαντέζες και άλλα καλώδια το αμάξι του, πιθανότατα πιο βρόμικο από ποτέ. Κατσούφιασε που το είδε σ’αυτή τη κατάσταση.&lt;br /&gt;«Αλί;» φώναξε.&lt;br /&gt;Για άλλη μια φορά το καζανάκι ακούστηκε, και ο Κεν ήταν σίγουρος πια πως το βράδυ θα έβλεπε εφιάλτες με θορυβώδης χειμμάρους από σκατά και κάτουρα να τον πνίγουν.&lt;br /&gt;«Φίλε μου! Αμάξι δικό σου έτοιμο!» Ο Αλί φάνηκε από το βάθος με το μόνιμο πλατύ του χαμόγελο. &lt;br /&gt;«Καλά σε τι κατάσταση μου το δίνεις όμως;»&lt;br /&gt;«Έτοιμο φίλε!»&lt;br /&gt;«Τι έτοιμο ρε πλάκα μου κάνεις; Θέλω άλλα τόσα λεφτά για να το καθαρίσω έτσι όπως το ‘χεις κάνει!» είπε ο Κεν χειρονομώντας προς το αυτοκίνητο.&lt;br /&gt;Ο Αλί κοίταξε το αμάξι λίγο σκεφτικός. Αυτός ο άνθρωπος φαίνεται να έχει μια αδυναμία αντίληψης της βρωμιάς. Τίναξε με το χέρι του λίγο αμήχανα τη σκόνη από το καπώ.&lt;br /&gt;«Εε, συνεργείο φίλε. Έτσι είναι το αμάξι ήθελε δουλειά!»&lt;br /&gt;Ο Κεν έκανε μια βόλτα γύρω από το αυτοκίνητο για να το παρατηρήσει.&lt;br /&gt;«Τουλάχιστον από γρατζουνιές, μόνο τις παλιές βλέπω. Πάλι καλά.»&lt;br /&gt;Ο Αλί του χαμογέλασε πλατιά ξανά.&lt;br /&gt;«Παίρνει μπροστά;»&lt;br /&gt;«Φυσικά φίλε! Καλώδιο στη μίζα τώρα εντάξει!» Ο Αλί πήγε από τη μεριά του οδηγού και κάθισε. Γύρισε τη μίζα και το αμάξι πήρε αμέσως μπροστά με ένα απαλό γουργουρητό, μουσική στα αυτιά του Κεν ο οποίος για πρώτη φορά χαμογέλασε στον μηχανικό.&lt;br /&gt;«Μπράβο. Τελικά δεν είσαι άχρηστος. Λοιπόν έλα να το φορτώσουμε στο γερανό να το πάμε σπίτι.»&lt;br /&gt;«Χεχε! Μα το αυτοκίνητο κυλάει φίλε! Δε θέλει γερανό!»&lt;br /&gt;«Έχω έρθει με τη μηχανή, και δεν γίνεται να τη φορτώσω στο αμάξι. Και το αμάξι το θέλω σήμερα, ήδη έχω καθυστερήσει τρείς μέρες ένα σωρό δουλειές. Γι’αυτό λοιπόν θα το φέρεις τώρα με το γερανό. Έτσι θα μου ξεπληρώσεις και το ότι το βρόμισες σα να έχεζες πάνω του τόσες μέρες.»&lt;br /&gt;«Χαχάχα! Εσύ έχεις πλάκα φίλε! Εντάξει. Εγώ θα στο φέρει.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Χλόη! Ακούς;» Η Εύα Χάαγκεν έβαλε το κεφάλι της μέσα στο δωμάτιο και αναζήτησε με το βλέμμα της τη μικρή. Την βρήκε να κάθεται σταυροπόδι στο πάτωμα μια διάφορα παιχνίδια σκορπισμένα γύρω της. Η Χλόη σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τη μητέρα της με τα λαμπερά της μάτια. &lt;br /&gt;«Πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ από κάτω. Έρχομαι σε δέκα λεπτά εντάξει;»&lt;br /&gt;Η Χλόη την κοιτούσε αμίλητη κουνώντας τα χέρια της κούκλας που κρατούσε.&lt;br /&gt;«Να είσαι ήσυχη.»&lt;br /&gt;«Εντάξει μαμά.»&lt;br /&gt;Ύστερα από λίγο ακούστηκε η εξώπορτα να ανοίγει και να κλείνει.&lt;br /&gt;Η Χλόη μετακίνησε χωροπηδηχτά τον μελαχροινό κούκλο προς την ξανθιά κουκλίτσα που κρατούσε.&lt;br /&gt;«Θα με παντρευτείς;»&lt;br /&gt;«Μμμ.. δεν ξέρω. Θα κάνουμε παιδάκια;»&lt;br /&gt;«Ναι! Πολλά!»&lt;br /&gt;«Τότε εντάξει… νομίζω!»&lt;br /&gt;Η Χλόη ξάπλωσε στο πάτωμα και έφερε τις κούκλες αντικρυστά.&lt;br /&gt;«Αγάπη μου! Μμμμουτς!»&lt;br /&gt;«Μούτς μούτς!»&lt;br /&gt;Οι κούκλες επιδίδονταν τώρα σε ένα παθιασμένο φιλί.&lt;br /&gt;«Θα πηγαίνουμε ταξίδια παντού! Σε όλο τον κόσμο!» φώναξε ο άντρας και έπιασε την κοπέλα από το χέρι. Σε μια στιγμή απογειώθηκαν και άρχισαν να πετούν σε όποια κατεύθυνση ήθελαν θαυμάζοντας τον κόσμο από ψηλά.&lt;br /&gt;«Θα σου δείξω τόσα πράγματα!» Η Χλόη Χάαγκεν έτρεχε τώρα γύρω γύρω στο δωμάτιο με τα κουκλάκια ψηλά στα χέρια της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ήταν ανάγκη τώρα;» Ο Κέν Λιάκος προσπαθούσε να κρατήσει το μηχανάκι του σταθερά στο δρόμο. Πήγαινε με μια μέση ταχύτητα και στις στροφές σχεδόν σταματούσε. Πήγαινε αυτός μπροστά και από πίσω του ερχόταν ο Αλί με τον γερανό του. Ήταν κοντά στα μέσα της διαδρομής όταν ο δυνατός παγωμένος αέρας που φυσούσε από το πρωί έφερε τις πρώτες ψιχάλες. Χτυπούσαν το τζάμι στο κράνος του Κεν. Και δεν πήρε παρα μερικά λεπτά πριν οι ψιχάλες γίνουν χοντρές στάλες, και το ψιλοβρόχι μετατραπεί σε καταιγίδα. &lt;br /&gt;Ο Κέν πλέον έβλεπε με δυσκολία. Το μηχανάκι παλατζάριζε κόντρα στον δυνατό άνεμο, και ο Κεν δυό φορές λίγο έλειψε να χάσει τον έλεγχο προσπαθώντας να ξαναϊσορροπήσει το βάρος του μαζί με αυτό του Φύλακα Άγγελου του πάνω στο μηχανάκι.&lt;br /&gt;Σκεφτόταν να σταματήσει και να αράξει στην άκρη του δρόμου μέσα στο γερανό μαζί με τον Αλί μέχρι να σταματήσει αυτός ο χαμός. Συνήθως οι καταιγίδες που ξεκινούν τόσο απότομα κοπάζουν μετά από λίγη ώρα. Από την άλλη σε δέκα λεπτά θα έφτανε στη φάρμα, κι αυτό τον έκανε να σκεφτεί πως δεν άξιζε τον κόπο να περιμένει στο δρόμο να τελειώσει η βροχή, ενώ απέχει δυό βήματα από το σπίτι. Έτσι συνέχισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Χλόη έτρεχε και έτρεχε στο δωμάτιο ξετυλίγοντας την απέραντη ευτυχία των νεόνυμφων σε γλυκανάλατους διαλόγους. Κάποια στιγμή η ματιά της έπεσε πάνω στον ακίνητο και αμίλητο Φύλακα Άγγελο της στην άκρη του δωματίου. Το κοριτσάκι συνοφρυώθηκε και γυρνώντας από την άλλη παρατήρησε τη βροχή να σχηματίζει ρυάκια στο τζάμι της μπαλκονόπορτας.&lt;br /&gt;«Δεν πρέπει να ‘χει πολύ ώρα που ξεκίνησε να βρέχει» σκέφτηκε.&lt;br /&gt;«Γλυκιά μου! Βλέπεις τη βροχή; Δεν είναι υπέροχη;» είπε ο άντρας στην αγαπημένη του.&lt;br /&gt;Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με μάτια γεμάτα αγάπη.&lt;br /&gt;«Είναι πανέμορφη! Θέλω να χορέψουμε στη βροχή! Μπορείς να με πάς εκει;»&lt;br /&gt;«Φυσικά! Έλα!»&lt;br /&gt;Η Χλόη Χάαγκεν άνοιξε την μπαλκονόπορτα και αμέσως ένα παγωμένο αέρι της άγγιξε το πρόσωπο σαν απαλό χαστουκάκι. Της άρεσε αυτή η αίσθηση, και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο Φύλακας Άγγελος την ακολούθησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Κεν ένιωθε τη μηχανή του να μην υπακούει απόλυτα στους χειρισμούς του. Οι ρόδες σπίνιαραν πάνω στο γλιστερό έδαφος με οποιαδήποτε μεταβολή της ταχύτητας. Άκουγε πίσω του, μέσα από το βουητό του αέρα και της βροχής τις βαριές ρόδες του γερανού του Αλί να πατούν γερά και με σιγουριά στο δρόμο και ζήλευε.&lt;br /&gt;«Ο πούστης τώρα θα είναι μέσα στη ζέστη, στεγνός και θα οδηγάει χωρίς κανένα άγχος κοιτάζοντας τη θέα και χαμογελώντας πλατιά.» σκέφτηκε με μια δόση κακίας. Το νερό δημιουργούσε χειμάρους στο γυαλί του κράνους του. Μικρές λιμνούλες σχηματίζονταν στις κοιλότητες του αδιαβροχού του που ο δυνατός άνεμος τις άδειαζε μετά από λίγο για να σχηματίσει καινούριες.  Δυό τρείς φορές που συνάντησε αμάξι τέτοια ώρα, φαινόταν σα να έρχεται κατά πάνω του μια κινούμενη έκρηξη νερού. Ο Κεν έκοβε ταχύτητα, αλλά παρόλαυτα αισθανόταν πως του πετούν κουβάδες. Είχε πολύ καιρό να ρίξει τέτοια νεροποντή.&lt;br /&gt;«Γαμημένη βροχή..» Ο Κέν πρέπει να ήταν ο μοναδικός αγρότης που η βροχή του την έσπαγε. Αλλά ήταν πεισματάρης άνθρωπος. Δυό μεγάλες στροφές, κι έφτασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πηγαινέ με ψηλά, πολύ ψηλά αγαπημένε μου!» είπε η κοπέλα στον άντρα της.&lt;br /&gt;Εκείνος της χαμογέλασε. «Έλα!» της είπε και την τράβηξε.&lt;br /&gt;Η Χλόη χοροπηδούσε και τσαλαβουτούσε στα νερά. Είχε αφοσιωθεί για τα καλά στην ιστορία των δύο ερωτευμένων νέων. Δεν την πείραζε καθόλου που η βροχή της είχε μουσκέψει μαλλιά και ρούχα.&lt;br /&gt;«Πιο ψηλά! Θέλω να αγγίξουμε τον ουρανό!» είπε η κοπέλα καθώς οι σταγόνες χάιδευαν το κορμί της.&lt;br /&gt;Η Χλόη κράτησε και τις δυό κούκλες με το ένα χεράκι. Με το άλλο γραπώθηκε στο κάγκελο του μπαλκονιού, έγειρε στο πλάι, σφήνωσε το πόδι της ανάμεσα και σπρώχνοντας ανέβασε το άλλο πόδι επάνω. Σηκώθηκε αργά όρθια και άρχισε να περπατάει επάνω στο κάγκελο. Η κοπέλα γελούσε.&lt;br /&gt;«Σ’αγαπώ!» φώναζε, και ο άντρας την φιλούσε ξανά και ξανά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Κεν είδε την είσοδο της φάρμας του μπροστά του. Την έβλεπε να μπένει στο οπτικό του πεδίο από τα δεξιά προς τα αριστερά καθώς έπερνε τη στροφή. Είχε κάνει χιλιάδες  φορές αυτή τη στροφή. Αλλά αυτό δεν έπαιζε κανέναν ρόλο τελικά, έτσι δεν είναι; Δεν έπαιζε κανέναν ρόλο, γιατί πάνω στη ανακούφιση του που έφτασε, βιάστηκε. Δεν φρέναρε, η στροφή έκλεινε , κι εκείνος άνοιγε κι άλλο, έγειρε τη μηχανή του, η είσοδος ακριβώς πάνω στη στροφή, αλλά το μηχανάκι να κατευθύνεται ολοταχώς εκτός δρόμου. Ο Αλί κόρναρε σκορπώντας στον αέρα την βαρύγδουπη μπάσα νότα που ‘χουν οι νταλίκες. «Τι κάνεις;!» φώναζε αλλά δεν ακουγόταν έξω από την καμπίνα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο τρελός χορός των ερωτευμένων , υπο τις στάλες της βροχής θα μπορούσε να συνεπάρει οποιονδήποτε. Φιλιόντουσαν, πετούσαν με ένα τρόπο που ήθελες να χορέψεις μαζί τους, να μοιραστείς λίγη από την ευτυχία τους, να νιώσεις ξανά σαν παιδί. Σαν την Χλόη. Να χορέψεις όπως εκείνη επάνω στο βρεγμένο κάγκελο σε ένα μπαλκόνι του 14ου ορόφου, με τα μαρσαρίσματα των αυτοκινήτων να μη φτάνουν καλα καλά στ’αυτιά σου από τον δρόμο κάτω, κι εσύ να παραδίνεσαι σε έναν αέναο χορό με τη βροχή, να γλιστράς ανάλαφρα όπως εκείνη. Όπως η Χλόη Χάαγκεν, που στρίβοντας έχασε την ισοροπία της, και άρχισε να γέρνει ολοένα και περισσότερο σε μια ακίνητη πιρουέτα τρόμου, με το στοματάκι της μισάνοιχτο, σαν κάτι να είχε να μας πεί και να μην πρόλαβε. Και μάλλον κάτι να ήθελε να πεί στον Φύλακα Άγγελο της που την κοιτούσε στάζοντας νερό, αλλά το κενό την κατάπιε πρώτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Κέν Λιάκος δεν κρατούσε πιά τη μηχανή, του έφυγε μακριά όταν έπεσε στο οδόστρωμα. Η μηχανή τράβηξε το δρόμο της σκορπώντας πλαστικά μέρη και σπίθες, και ο Λιάκος με τον Φύλακα Άγγελό του τράβηξαν τον δικό τους, κουτρουβαλώντας με μεγάλη ταχύτητα προς το χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Ο Λιάκος για μια στιγμή κατάφερε να δεί τις σιδεριές στις οποίες πήγαιναν κατά πάνω, ήταν μια μεγάλη στοίβα από σκουριασμένες σιδερόβεργες για θεμέλια, με τις μυτέρες τους άκρες στραμένες προς το μέρος τους σα να τους περίμεναν. Ο Κεν Λιάκος το είδε αυτό αλλά δεν πρόλαβε καν να πανικοβληθεί καθώς την προσοχή του τράβηξε ο απίστευτος πόνος στα γόνατα του που τρίβονταν με το βρεγμένο οδόστρωμα. Ένιωθε σαν να είχε πάρει φωτιά. Πριν το κατάλαβει η ανεξέλεγκτη πορεία του τελείωσε με ένα δυνατό κρότο που ήρθε από δίπλα του. Πονούσε φοβερά σε όλο του το κορμί, αλλά ήταν ζωντανός. Γύρισε βογκώντας το κεφάλι του, και είδε τον Φύλακα Άγγελο του καρφωμένο με το κεφάλι σε μια από τις σιδερόβεργες. Μια άλλη είχε χωθεί στον ώμο του, κι εκείνος ήταν ακίνητος, σιωπηλά νεκρός.&lt;br /&gt;«Μαλάκα, αυτός θα μπορούσα να είμαι εγώ…» μονολόγησε ο Κεν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κοριτσάκι μου… κοριτσάκι μου… κοριτσάκι μου…»&lt;br /&gt;Η Εύα Χάαγκεν επαναλάμβανε μονότονα τις ίδιες κουβέντες τα τελευταία λεπτά. Το πρόσωπο της ήταν κάτασπρο, και τα χείλη της έτρεμαν.&lt;br /&gt;«Κοριτσάκι μου…» έλεγε και ξανάλεγε καθισμένη κατάχαμα, κοιτώντας το πουθενά με απλανή μάτια και γύρω της κόσμος αρκετός, όλοι βουβοί. Κανείς δεν πλησίαζε ούτε για να μαζέψει τα ψώνια της δύστυχης γυναίκας που είχε αφήσει πανικόβλητη να πέσουν γύρω της, πριν πέσει κι αυτή στα γόνατα. &lt;br /&gt;Η βροχή είχε αλαφρύνει λίγο μετά το κακό που έφερε, αλλά δεν είχε σταματήσει. Και ούτε ξέπλενε το φόρεμα της Εύας. Ένα φόρεμα λερωμένο από αίματα και κομματάκια από κόκκαλα με ξανθιές τουφίτσες. Μόνο το αίμα του μικρού κοριτσιού στο οδόστρωμα ξέπλενε η βροχή. Του κοριτσιού που η μάνα του έσφιγγε στην αγκαλιά της μονολογώντας.&lt;br /&gt;Από κάποια βιτρίνα  ακουγόταν μια χριστουγεννιάτικη μελωδία, παράταιρη με το κλίμα που είχε διαμορφωθεί εκείνη την ώρα έξω από την πολυκατοικία που έμεναν οι Χάαγκεν, και πολύ πιο χαμηλά από τον 14ο όροφο τους. Το ασθενοφόρο και ο πατέρας της μικρής έφταναν όπου να ‘ναι και κάποιοι γείτονες κοιτούσαν την Εύα Χάαγκεν και σκέφτονταν «Μάλλον την αγαπούσε περισσότερο από όσο έδειχνε.» Λίγο πιο κεί στεκόταν ο Φύλακας Άγγελος της μικρής, και όταν κάποιος τον ρώτησε θυμωμένα γιατί δεν έκανε κάτι να σώσει τη μικρή, εκείνος απάντησε: « Δεν χρειάστηκε να επέμβω διότι δεν υπήρξε παράβαση του νόμου.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Και πιστέψτε με, δάκρυσα. Είχα να δακρύσω είκοσι χρόνια, από τότε που πέθανε η μάνα μου. Κι όμως, αυτά τα τραγικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης με έκαναν να δακρύσω. Και κάπου τότε μετά το περιστατικό αυτό, είπα στον εαυτό μου, ότι δεν θα αφήσω ποτε ξανά να συμβεί κατι παρόμοιο. Θα πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις για κάτι τέτοιο, και πιστεύω πως σήμερα, μπορώ να κοιτάξω γύρω μου και να πώ στον εαυτό μου: «Τα κατάφερες καλά μεγάλε, δεν πάλεψες για το τίποτα.» &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αλί σήκωσε με δυσκολία τον Κέν στηρίζοντας τον στην πλάτη και κρατώντας τον από τη μέση. Ο Κέν αγκομαχούσε και κούτσαινε λίγο, τα γόνατα του είχαν γδαρθεί πάρα πολύ άσχημα αλλά τουλάχιστον φαινόταν να μην έχει σπάσει κάτι. Έριξε μια ματιά πίσω του. Ο Φύλακας Άγγελος του κείτοταν καρφωμένος στις σιδεριές μέσα σε μια μαύρη λίμνη που σχηματίστηκε γύρω από το κεφάλι του.&lt;br /&gt;«Είναι .. νεκρός;» ρώτησε με αγωνία τον Αλί.&lt;br /&gt;«Φίλε μη σε νοιάζει, πάμε τώρα σπίτι σου»&lt;br /&gt;Ο Αλί τον κουβάλησε ως το φορτηγό του και τον ανέβασε πάνω. Μετά από δυό λεπτά σταμάτησε έξω από το σπίτι του Κέν. Ο Κέν ζαλιζόταν πολύ και ίσως να μη τα κατάφερνε να φτάσει μέχρι την καρέκλα στην κουζίνα από μόνος του αν δεν υπήρχε ο Αλί.&lt;br /&gt;Στήριξε το κεφάλι στα χέρια του πάνω στο τραπέζι και έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας να διώξει τη ζαλάδα και τους φοβερούς πόνους σε όλο του το κορμί και περισσότερο στα γόνατα. Ο Αλί γύρισε με ένα μάτσο πλαστικούς επιδέσμους και αντισηπτικά που ανακάλυψε στο μπάνιο του Κέν.&lt;br /&gt;«Ίσιωσε το φίλε» είπε σκύβοντας μπροστά στον Κέν και κρατώντας το πόδι του. &lt;br /&gt;«Δεν είναι τίποτα μην ανυσηχείς. Αλί στο φτιάξει αμέσως!»&lt;br /&gt;Λέγοντας αυτά άρχισε να καλύπτει με αντισηπτικό τις πληγές του Κεν και να τις κλείνει βάζοντας τα πλαστικά κλιπς από δώ κι από κεί. &lt;br /&gt;Καλόκαρδος τελικά αυτός ο τύπος σκέφτηκε ο Κέν. Αμέσως το μυαλό του πήγε ξανά στον Φύλακα Άγγελο του. Αν όντως πέθανε ο βρομόπουστας; Τι θα έκανε τώρα; Δεν μπορούσε να κρύψει από τον εαυτό του την άγρια χαρά που αισθανόταν, αλλά αν κατηγορούσαν αυτόν;&lt;br /&gt;«Αν με κατηγορήσουν την γάμησα.» είπε μισολογώντας ασυνείδητα. Και δεν είχε άδικο, η δολοφονία Φύλακα Άγγελου λογικά θα τιμωρούταν με τις αυστηρότερες των ποινών. Δεν είχε καν ξανακούσει κάτι τέτοιο ώστε να ξέρει με σιγουριά.&lt;br /&gt;Ο Αλί σήκωσε το κεφάλι προς το μέρος του.&lt;br /&gt;«Τι λές φίλε;» τον ρώτησε.&lt;br /&gt;«Λέω, είναι νεκρός έ; Πέθανε έτσι δεν είναι;»&lt;br /&gt;Ο Αλί τότε χαμογέλασε πιο πλατιά από κάθε άλλη φορά.&lt;br /&gt;«Πήγε στο διάολο φίλε!»&lt;br /&gt;Ο Κέν Λιάκος αναστέναξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σε ασφυκτικό κλοιό πλέον η κυβέρνηση, καθώς φουντώνει ξανά ο πόλεμος για το πρόγραμμα των Φυλάκων Αγγέλων. Πλήθος αντιδράσεων από κοινωνικούς και άλλους φορείς, καθώς και από κόμματα της αντιπολίτευσης μετά το θάνατο πεντάχρονης σήμερα το πρωί από ατύχημα, παρουσία του Φύλακα Άγγελού της. Ας δούμε τι δήλωσε ο υθίνοντας του προγράμματος Ζώης Κυριακού.»&lt;br /&gt;«Κοιτάξτε, το πρόγραμμα είναι πιλοτικό, το τελειοποιούμε κάθε μέρα. Αλλά το κυριότερο  που πρέπει επιτέλους να γίνει γνωστό είναι ότι ένας Φύλακας Άγγελος προστατεύει τον άνθρωπο στον οποίο έχει ανατεθεί από την παράβαση του νόμου. Ο Φύλακας Άγγελος δεν είναι ούτε μπέιμπι σίτερ ούτε…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δύο γαμημένα χιλιόμετρα, και θα ‘μουν εκτός. Δύο γαμημένα χιλιόμετρα. Μπορεί να ταξιδέψεις με το αμάξι μιάμιση ώρα και να μη δείς ψυχή εδώ γύρω, μπορεί το βράδυ να ακούς τίποτα τσακάλια να ουρλιάζουνε αλλά σύμφωνα με τους πούστηδες είμαστε κι εμείς εδώ μέρος τη μητρόπολης. Πάρε λοιπόν κι εσύ ένα μαλάκα να έχεις πάνω απ’ το κεφάλι σου νύχτα μέρα. Να μη μπορείς να χέσεις στραβά μήπως σε συλλάβουνε. Είπα να ξεφύγω από τη μαλακία και τη βαβούρα αλλα δε μ’αφήσαν βλέπεις. Για δύο γαμημένα χιλιόμετρα, θα μουν σα και σένα Αλί. Δε γαμιέται.»&lt;br /&gt;Ο Αλί χαμογέλασε. «Εγώ μέσα είμαι φίλε. Χεχε.»&lt;br /&gt;«Τι;» Ο Κέν  Λιάκος γούρλωσε τα μάτια. &lt;br /&gt;«Free Zone φίλε! Για πάντα!»&lt;br /&gt;Ο παρατεταμένος βόμβος τους διέκοψε. Ο Κέν είχε ένα καινούργιο μήνυμα στο τερματικό του. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σας ενημερώνουμε ότι αυτή τη στιγμή βιώνετε μια εμπειρία Ελεύθερης Ζώνης. Παρακαλούμε πολύ μην πανικοβάλλεστε. Ακολουθήστε τις παρακάτω απλές οδηγίες:&lt;br /&gt;Μην βγείτε από το σπίτι.&lt;br /&gt;Μείνετε στο δωματιό σας, μακρυά από αιχμηρά αντικείμενα, και την κουζίνα.&lt;br /&gt;Μην έρθετε σε επαφή με άλλους ανθρώπους φυσικά ή τηλεπικοινωνιακά.&lt;br /&gt;Μείνετε ήρεμοι και πολύ σύντομα θα έρθει βοήθεια κοντά σας.&lt;br /&gt;Ευχαριστούμε.&lt;br /&gt;Εκ του Υπουργείου Κοινωνικής Γαλήνης.»&lt;br /&gt;Ο Κέν έστρεψε το βλέμμα του από το μήνυμα στο τερματικό του, στον Αλί δίπλα του. Ο Αλί τον κοίταξε με χαρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ώστε οι ελεύθερες ζώνες υπάρχουν; Τι ξέρεις εσύ γι’αυτό; Σίγουρα κάτι ξέρεις ε;» είπε ο Κεν μορφάζοντας απ’τον πόνο.&lt;br /&gt;Ο Αλί τράβηξε μια καρέκλα και κάθησε.&lt;br /&gt;«Τώρα που δεν είναι αυτός εδώ.. μπορώ να σου πώ φίλε.. ότι και Αλί είμαι.. ήμουν μέσα στο όριο..»&lt;br /&gt;«Και τότε γιατί δεν έχεις; Που είναι ο δικός σου Φύλακας;» ο Κεν τον άκουγε με μεγάλη προσοχή.&lt;br /&gt;Ο Αλί πήρε μια βαθιά ανάσα.&lt;br /&gt;«Σχεδίαζα καιρό φίλε. Το πρόγραμμα. Έκανα καιρό να το φτιάξω, και αυτό έσβησε εμένα από αρχεία. Τώρα εγώ, όχι μέσα σε όρια.»&lt;br /&gt;«Έφτιαξες ένα πρόγραμμα που μπήκε μέσα στα αρχεία του κράτους και σε έσβησε από τη λίστα των πολιτών της μητρόπολης; Πως το έκανες αυτό;»&lt;br /&gt;«Μηχανές φίλε. Από παιδί μου άρεσαν όλες οι μηχανές.»&lt;br /&gt;«Ναι αλλα όσο το έφτιαχνες, ο δικός σου ΦΑ δεν σε πήρε χαμπάρι;»&lt;br /&gt;Ο Αλί χαμογέλασε ελαφρά.&lt;br /&gt;«Ήμουν κάτω από το αμάξι, έκανα πως φτιάχνω το παλιό αμάξι. Εκείνο δε μπορούσε να μπεί εκεί, πολύ στριμωγμένα. Με κοιτούσε από ψηλά. Εγώ από κάτω χρησιμοποιούσα τερματικό αμαξιού να φτιάξω το πρόγραμμα.»&lt;br /&gt;Ο Κέν τον κοιτούσε σκεφτικός.&lt;br /&gt;Ο Αλί κοίταξε το ρολόι του.&lt;br /&gt;«Κοίταξε φίλε» είπε, «δεν έχουμε πολύ χρόνο. Θές να κρατήσεις ελέυθερη ζώνη;»&lt;br /&gt;«Ναι! Αλλά πρώτα θέλω να μου πείς πως ολοκλήρωσες το σχέδιο σου. Απλά μια μέρα κατάφερες να σβηστείς από τα αρχεία σου και ο ΦΑ σηκωθηκε κι έφυγε;»&lt;br /&gt;«Όχι. Πρέπει να τον σκοτώσεις. Το πρόγραμμα λέει ότι αυτό πήγε για ανακύκλωση. Δεν ήταν ποτέ σπίτι σου. Αλλά πρέπει να βάλεις πρόγραμμα από πρίν..»&lt;br /&gt;«Από πρίν; Και τώρα; Τι κάνουμε;»&lt;br /&gt;Ο Αλί έτριψε τα μάτια του.&lt;br /&gt;«Ούφ.. βάζουμε το πρόγραμμα. Σκοτώνουμε το καινούριο. Ύστερα…»&lt;br /&gt;Ο Κέν τον διέκοψε.&lt;br /&gt;«Το καινούριο; Ποιο καινούριο;»&lt;br /&gt;«Στέλνουν καινούριο φίλε. Πάντα. Λίγο και θα είναι εδώ. Γι΄αυτό δεν έχουμε χρόνο..»&lt;br /&gt;Ο Κέν συνοφρυώθηκε ξανά.&lt;br /&gt;«Ύστερα» συνέχισε ο Αλί από εκεί που είχε μείνει «πρέπει να γράψουμε και το παλιό για ανακύκλωση» είπε δείχνοντας προς τα έξω οπου κοιτόταν νεκρός ο παλιός ΦΑ του Κέν.&lt;br /&gt;«Αυτό δεν το χω ξανακάνει. Δύο διαγραφές. Δεν ξέρω αν πετύχει φίλε.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt; Ο Κέν το σκέφτηκε ελάχιστα, και σε μια στγμή απάντησε:&lt;br /&gt; «Ας το κάνουμε.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από εκείνο το λεπτό και οι δύο βρίσκονταν σε έναν οργασμό εργασιών. Ο Αλί ήταν ξεκάθαρος με τον Κέν.&lt;br /&gt;«Εσύ κάνεις ότι σου λέω.» του είπε.&lt;br /&gt;Τώρα ο Κέν θα έπρεπε να τον εμπιστευτεί απόλυτα. Αλλά και τι άλλο του έμενε να κάνει;&lt;br /&gt;Θα τα έπαιζε όλα για όλα και ότι κέρδιζε. Στην τελική ο Αλί θα έπρεπε να ήταν σίγουρος για ότι κάνει, αλλιώς δεν θα ρίσκαρε κι ο ίδιος το τομάρι του.&lt;br /&gt;Ή μήπως όχι;&lt;br /&gt;Ο Κέν φτυάριζε το υγρό χώμα  στην είσοδο του αγροκτήματος – αυτό τον έβαλε να κάνει ο Αλί – και κοίταξε λοξά προς το σπίτι.&lt;br /&gt;«Λές ο Αλί να είναι πράκτορας τη αστυνομίας;» σκέφτηκε.&lt;br /&gt;Βαριανάσανε συνοφρυωμένος. Δεν τον ήξερε αρκετά, αλλά μαζί του έτυχε το μοιραίο. Τώρα ότι έγινε έγινε, να δούμε που θα μας βγάλει.&lt;br /&gt;Συνέχισε να φτυαρίζει ακόμα ζαλισμένος από το ατύχημα λίγο και με τα τραύματα του να πονάνε σε κάθε κίνηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αλί βγήκε από το σπίτι τρέχοντας και ήρθε προς το μέρος του. &lt;br /&gt;«Προγράμματα, τα πήρα από το δικό μου, μπήκαν. Κάνε προσευχή τώρα!»&lt;br /&gt;Πριν προλάβει ο Κέν να του απαντήσει συνέχισε κοιτώντας γύρω του:&lt;br /&gt;«Χμμ ωραία ωραία μισό μέτρο εδώ, φύγε δίπλα άλλες δύο. Μισό όλες. Εδώ, εδώ.» είπε δείχνοντας στον Κέν  τα σημεία που έπρεπε να γίνουν οι άλλες τρύπες. &lt;br /&gt;«Ούφ..» ο Κέν σκούπισε τον ιδρώτα του. «Ελπίζω να είσαι σίγουρος γι’αυτό που κάνουμε αλλιώς θα σε θάψω μέσα.»&lt;br /&gt;«Χαχα όχι ώρα για αστεία φίλος. Άκου, θέλω μπιτόνια βενζίνη πολλά, πολλά μέτρα σύρμα πολύ λεπτό, μπαταρία αυτοκινήτου και μανταλάκι.»&lt;br /&gt;«Πλάκα μου κάνεις; Κοίταξε στην αποθήκη θα βρείς απ’όλα. Μανταλάκια δε ξέρω τι σκατά θέλεις. Έχει στο μπάνιο.»&lt;br /&gt;Ο Αλί έφυγε τρέχοντας αμίλητος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πρώην Φύλακας Άγγελος της μικρής Χλόης είχε ήδη πάρει τις εντολές του, και απομακρύνθηκε σιωπηλά και διακριτικά από το τόπο του ατυχήματος. Με πολύ γοργό τρέξιμο, ήταν ήδη στο δρόμο για το αγρόκτημα του Κέν Λιάκου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πραγματικά, αν εκείνη τη στιγμή δεν ήταν δίπλα μου οι Φύλακες Άγγελοι, ο δικός μου και των άλλων, δεν ξέρω που θα ήμουν τώρα. Μπορεί και νεκρός.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά από μιάμιση ώρα η παγίδα του Αλί ήταν σχεδόν έτοιμη. Είχε συνδέσει τα καλώδια με αρμαθιές από μπιτόνια βενζίνης δεμένα και τα ‘χε τοποθετήσει στις δύο λακούβες. Ο Κέν τον κοίταγε με προσοχή. Στην τρίτη λακούβα είχε τοποθετήσει την μπαταρία αυτοκινήτου στην οποία κατέληγαν τα καλώδια από τα μπιτόνια. Από εκεί έβγαιναν δύο καλώδια που τα τράβηξε στην άκρη.&lt;br /&gt;«Αν αυτά τα δύο ενωθούν … ΜΠΟΥΜ!!» είπε με νόημα στον Κέν και εκείνος ανατρίχιασε κοιτώντας τις σκεπασμένες με ελαφρύ χώμα λακούβες δύο μέτρα δίπλα του. Ύστερα ο Αλί στερέωσε ένα λεπτό σύρμα λίγο πάνω από το έδαφος και ένα μέτρο μπροστά από τις λακούβες, διαπερνώντας τις δύο πλευρές του δρόμου.Έπειτα, κόλλησε με μεγάλη προσοχή τα δύο καλώδια στις απέναντι άκρες από το μανταλάκι, κρατώντας το ανοιχτό με μια σφήνα. Τέλος ένωσε τη σφήνα με το λεπτό σύρμα κατά μήκος του δρόμου.&lt;br /&gt;«Έτοιμο! Όταν κουνηθεί το σύρμα τότε τα δύο..» &lt;br /&gt;Ο Αλί γυρνώντας προς τον Κέν να του μιλήσει έμεινε άφωνος κοιτώντας στο βάθος του δρόμου. Ο Κέν έπαθε το ίδιο γυρνώντας προς τα κεί. Στο βάθος του δρόμου όπως κατηφόριζε προς τα κάτω, διέκριναν μια μικρή κουκίδα να τρώει πολύ γρήγορα το κενό ανάμεσα τους. Πολύ μικρή για να είναι ακόμα και μηχανάκι, και σίγουρα δεν ήταν άνθρωπος αυτό το πράγμα.&lt;br /&gt;«Γρήγορα!! Γρήγορα!» Φώναξε ο Αλί έντρομος.&lt;br /&gt;«Σε δύο λεπτά ήδη εδώ!! Μας είδε!»&lt;br /&gt;«Μας είδε; Και τώρα;» Σκατά, ήμουν βλάκας που πίστεψα για μια στιγμή ότι θα πετύχενε, σκέφτηκε στιγμιαία ο Κέν. Την ίδια στιγμή όμως το μυαλό του Αλί έπερνε αστραπιαία άλλες στροφές.&lt;br /&gt;«Κάτσε εδώ, πίσω από τη παγίδα. Φώναζε του βοήθεια  τρομαγμένος. Τράβα προσοχή πράγματος! Να μη δεί σύρμα!»&lt;br /&gt;«Κι εσύ;»&lt;br /&gt;«Πάω για καραμπίνα!»&lt;br /&gt;«Καραμπίνα; Είσαι τρελός;»&lt;br /&gt;«Μπορεί να είδε εμάς πάνω σε παγίδα..»&lt;br /&gt;Ο Αλί έφυγε τρέχοντας για το φορτηγό του, που ήτανε τριακόσια μέτρα πιο πέρα. Σκαρφάλωσε πάνω στην καμπίνα, χτύπησε ένα μικρό κουμπάκι στην οροφή και μέσα από μια κρυφή θήκη εμφανίστηκε η καραμπίνα του. Την τσάκωσε και σε δευτερόλεπτα ήταν πάλι στο δρόμο για την είσοδο του αγροκτήματος τρέχοντας. Σε δυό ανάσες θα ήταν δίπλα στον Κέν, όταν από τη στροφή του δρόμου προς την είσοδο του αγροκτήματος εμφανίστηκε ο ταχύτατος ΦΑ. Ο Κέν οπισθοχώρησε λίγο και άρχισε να χοροπηδάει ουρλιάζοντας «Βοήθεια, βοήθεια!» και ανεβοκατεβάζοντας τα χέρια του. Έτσι όπως ούρλιαζε σαν παλαβός με όλους αυτούς τους ματωμένους επιδέσμους τράβηξε σίγουρα για μια στιγμή τη προσοχή του ΦΑ. Μέχρι που μπήκε ο Αλί στο πλάνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αλί συνέχισε να τρέχει κατά πάνω τους σημαδεύοντας τον ΦΑ, τους χώριζε μικρή απόσταση, κάτω από πενήντα μέτρα, όταν ο ΦΑ τον είδε, σήκωσε το χέρι του και με τεντωμένο δάχτυλο τον έδειξε σημαδευοντάς τον και τρέχοντας. Τότε έγινε η έκρηξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η βενζίνη έκανε τον ίδιο τον αέρα να ‘χει πάρει φωτιά. Οι δύο άντρες τινάχθηκαν αρκετά μέτρα παραπέρα ματωμένοι και οι δύο, γεμάτοι εγκαύματα.&lt;br /&gt;Ο Αλί που ήταν λίγο πιο μακρυά από τον Κέν σηκώθηκε πρώτος. Κτατώντας ακόμα γερά την καραμπίνα και σέρνοντας το ένα του πόδι, που ποιος ξέρει τι θραύσμα του είχε σφηνωθεί, πήγε προς τον φίλο του. &lt;br /&gt;Ο Κέν ήταν για δεύτερη εκείνη τη μέρα σε άθλια κατάσταση. Είχε χάσει τις αισθήσεις του, αιμοραγούσε και το πουκάμισο του είχε κολήσει στην καμένη πλάτη του. Ο Αλί μπορούσε να διακρίνει και σοβαρά εγκαύματα στα πόδια, στα χέρια και στο πρόσωπο του. Δοκίμασε το σφυγμό του και υπήρχε ακόμα.&lt;br /&gt;«Θα σαι καλά φίλος..» του ψυθίρισε.&lt;br /&gt;«..καλύτερα από πάντα.»&lt;br /&gt;Γύρισε προς την είσοδο. Μερικά μέτρα δίπλα από τους μικρούς κρατήρες που ‘χαν ανοίξει στο έδαφος, κειτόταν το κουφάρι του Φύλακα Άγγελου. Ότι είχε απομείνει από αυτό.&lt;br /&gt;Ο Αλί παραπατούσε, έκανε προσπάθεια να μην του πέσει το όπλο από τα χέρια. Όταν έφτασε πάνω από το κουφάρι του ΦΑ, διαπίστωσε πως εκείνος τον κοίταζε στα μάτια, με βλέμμα θολό, ετοιμοθάνατο.&lt;br /&gt;Ο Αλί έστρεψε το όπλο προς το κεφάλι του ΦΑ. &lt;br /&gt;«Με μεγάλη μου χαρά πούστη.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τηλεόραση εκπέμπει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σας διαβεβαιώνω εγώ ο ίδιος», ο Ζώης Κυριακού μιλούσε με εκείνη τη σταθερότητα, τη σιγουριά, που δεν μπορείς να αμφιβάλλεις για το δίκιο του με τίποτα.&lt;br /&gt;«..οι λεγόμενες “Ελεύθερες Ζώνες” είναι ένας αστικός μύθος και τίποτα παραπάνω. Επόμενη ερώτηση παρακαλώ.»&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-8588774676516565956?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/8588774676516565956/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/03/blog-post.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8588774676516565956'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8588774676516565956'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/03/blog-post.html' title='Οι Φύλακες Άγγελοι (Ελεύθερες Ζώνες)'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-8439729230900953143</id><published>2009-01-21T11:31:00.000-08:00</published><updated>2009-03-16T04:46:58.472-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ιστοριούλες'/><title type='text'>Το θλιμμένο ψυγείο</title><content type='html'>Είμαι ένα ψυγείο. Δεν έχω κάτι το ιδιαίτερο. Είμαι άσπρο. Ένα άσπρο ψυγείο που δεν έχει τίποτα επάνω του. Ούτε γλυκούλικες φατσούλες ούτε χαζά μυνηματάκια κολλημένα με μαγνήτη. Μόνο τη μάρκα μου, ένα ελάχιστο αναγνωριστικό σημείο στην πόρτα μου, ξεθωριασμένο πια.&lt;br /&gt;&lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;Είμαι σε μια γωνιά του δωματίου, πάντα όρθιο, ψηλό, αλύγιστο. Επιβλητικό. Αποστολή μου είναι να παραμένω ψυχρό μέσα μου, ανεξάρτητα απο τη θερμοκρασία γύρω μου. Να τοποθετείτε μέσα μου οτιδήποτε χρειάζεται ψύχος για να μείνει στην κατάσταση που θέλετε. Οι χαμηλές μου θερμοκρασίες ποικίλουν ανάλογα με τις ρυθμίσεις σας. Αυτός είναι και ο λόγος που βγάζω το χαρακτηριστικό μου βουητό μέσα στη νύχτα. Και τη μέρα το βγάζω αλλά ποτέ δεν κάνετε αρκετή ησυχία για να το ακούσετε. Είναι τα σωθικά μου που δουλέυουν, που παράγουν το κρύο μέσα μου. Όσο χαμηλότερη η θερμοκρασία που θέλετε να πετύχετε, τόσο περισσότερο θα γουργουρίζω. Είμαι το πιστό σας ψυγείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι περισσότεροι απο εσάς όταν ακούτε τη λέξη ψυγείο, σας έρχεται στο μυαλό μια εικόνα σαν εμένα (πιο μοντέρνα ίσως) με την πόρτα μου ανοιχτή και αμέτρητα λαχταριστά αγαθά να ακτινοβολούν τοποθετημένα με τάξη και χάρη στα ράφια μου. Αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνήθως είμαι βρώμικο, με μαύρα στίγματα ανάμεσα στις πτυχές των ελαστικών μου. Με μια μικρή στάμπα απο σάλτσα που χύθηκε στο βάθος. Με υπολέιματα απο λάδι στον πάτο των συρταριών μου.  Με ακάθαρτη υγρασία στα τοιχώματά μου. Με μυρωδιές απο ψάρι και φασόλια, ανάμεικτες με αυτές γλυκισμάτων, φέτας και σαλαμιού, σε μια χορωδία που αναδεύει το στομάχι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα το κυριότερο: χωρίς φώς. Τα χρόνια της ζωής μου τα περνώ στο σκοτάδι. Το φώς μου ανάβει λίγο πριν ανοίξετε την πόρτα μου. Όλη την υπόλοιπη ζωή μου είμαι σκοτεινό. Νομίζετε πως όταν το παιδάκι πάρει το γάλα του και φύγει, ο χρόνος για μένα παγώνει σαν τη σόδα σας μέχρι τη στιγμή που θα ‘ρθείτε ξανά για να την πάρετε. Αλλά όχι, οι επισκέπτες μου έρχονται και φεύγουν, αφηνοντάς με για μεγάλα ενδιάμεσα διαστήματα κρύο και σκοτεινό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πόρτα μου ανοίγει, το φώς μου ανάβει, βλέπω μια διερευνητική ή πεινασμένη φάτσα για λίγο, ή μπορεί να ακούσω δυό – τρείς φράσεις απο ένα τσακωμό, και ύστερα με ένα γδούπο ξαναγυρίζω στο σκοτάδι και τη σιωπή για ώρες. Μόνο μου με τις σκέψεις μου. Που όσο πάει λιγοστεύουν, παγώνουν πια κι αυτές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι λοιπόν δεν είμαι δελεαστικό, δεν είμαι πηγή χαράς, ούτε είμαι όπως στις διαφημίσεις μου. Είμαι πραγματικό. Είμαι ένα θλιμμένο ψυγείο.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-8439729230900953143?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/8439729230900953143/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/blog-post_21.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8439729230900953143'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/8439729230900953143'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/blog-post_21.html' title='Το θλιμμένο ψυγείο'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-6787449968126190291</id><published>2009-01-08T17:34:00.000-08:00</published><updated>2009-03-16T04:47:43.793-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='διηγήματα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ε.Φ.'/><title type='text'>Θέμα Προτεραιοτήτων</title><content type='html'>Προκυρήξεις. Αυτό είχε πάνω του. Ένα μεγάλο πάκο προκυρήξεις χωμένο στο σακίδιο στην πλάτη του. Και από πάνω τοποθετημένο προσεκτικά ώστε να κρύβει τα χαρτιά αν ανοίξει και κοιτάξει κανείς, ένα πράσινο αδιάφορο φούτερ. Χτυπούσε νευρικά τα δυό δάχτυλα στο κυλιόμενο κάγκελο του κυλιόμενου πεζοδρομίου. Περίμενε να τον πάει ο διάδρομος μέχρι τη γωνία. Και αυτή η αναμονή τον εξουθένωνε. Το φορτίο που κουβαλάει δεν είναι της πλάκας.&lt;br /&gt;&lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;Στη γωνία κατέβηκε απο τον διάδρομο που τελείωνε και περίμενε το φανάρι να ανάψει. Αυτός ο χοντρός τόση ώρα ήταν πίσω του, και τώρα δίπλα του. Μεσήλικας κολλημένος πάνω του, σε βαθμό που ένιωθε την μεσήλικη ανάσα του στο σβέρκο. Τι σκατά να θέλει αυτός. Είχε συνωστισμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρωί στην πόλη. Όλοι κυκλοφορούν με μοναδικό σκοπό θαρρείς να δείξουν πως υπάρχουν. Πως στην γκρίζα πόλη με τον μόνιμα συννεφιασμένο και γκρίζο ουρανό, υπάρχει ακόμη ζωή, κλεισμένη μέσα σε γκρίζα και μαύρα ρούχα, φρεσκοξυρισμένη ή  καλοχτενισμένη, πλυμένη με σαπούνια καφεΐνης, ψεκασμένη με λακ και λοσιόν, πάντα σοβαρή και ατσαλάκωτη. Χωρίς παρεκλίσεις και δυσαναλογίες. Με αιτίες και εξηγήσεις, μαθηματικά και διατάγματα, με ποσοτικοποιημένη ηδονή και ευθείες. Και με συγκατάβαση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκέφτηκε πως ανησυχούσε υπερβολικά χωρίς λόγο. Είναι απλά συνωστισμός, ο συνηθισμένος. Παρόλαυτα, κάθε φορά που η άκρη μια τσάντας τον ακουμπούσε τυχαία εκείνος ένιωθε την κάνη ενός όπλου, και η καρδιά του σφιγγόταν περιμένοντας να ακούσει ενα απρόσωπο «Ακολουθήστε  με παρακαλώ». Όμως η τσάντα απομακρυνόταν χωρίς να του δώσει σημασία, ίσως και ενοχλημένη, κι εκείνος ένιωθε το κεφάλι του να ξεφουσκώνει απο το αίμα με μια ανάσα ανακουφίσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε απέναντι, έφευγε απο το κέντρο, εδώ δεν είχε κυλιόμενα πεζοδρόμια, και λιγότεροι τον ακολουθούσαν αυτή τη φορά. Οι ώμοι του τον πονούσαν, οι προκυρήξεις ήταν αρκετά βαριές. Κουράγιο, σκέφτηκε. Τώρα έφτανε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και οι φάτσες ακόμη, αλλάζουν σ’αυτές τις γειτονιές. Προσπερνούσε βιαστικός άγνωστα πρόσωπα, χωρίς κόκκινα μάγουλα μεγαλωμένα με συνθετικές βιταμίνες. Κανείς δεν τον κοιτούσε, εκείνος όμως τους κοιτούσε όλους, τουλάχιστον όταν δεν είχε φορτίο να σκέφτεται. Ολόιδια σπίτια στη σειρά με εξωτερικές σιδερένιες σκάλες, και τσιμεντένια ημιυπόγεια. Ορθογώνια παράθυρα, και εξωτερικούς τοίχους βαμμένους όλους σε μια μίξη καφέ και μαύρου. Χαμηλά σπίτια, ξεχαρβαλωμένα. Στέγες μιζέριας και κακοτυχίας, κανείς πλούσιος ή ευτυχισμένος δεν έμενε σ’αυτές τις γειτονιές. Και αυτά τα δυο είναι συνώνυμα για πολλούς, σκέφτηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσο πιο κοντά έφτανε στο σπίτι τόσο περισσότερο τον κυρίευε το άγχος. Είκοσι βήματα, δέκα, πέντε, και νάτο. Πέρασε την κάρτα του στην κλειδαριά και η πόρτα άνοιξε. Κοιτώντας μια τελευταία φορά πίσω του μπήκε μέσα, έκλεισε την πόρτα και πήρε μια βαθιά άνασα ανακούφισης. Η πρώτη του φορά στέφθηκε με επιτυχία. Και ήλπιζε να είναι πάντα έτσι. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε είκοσι λεπτά να κρύψει τις προκυρήξεις σε ένα ασφαλές μέρος στο σπίτι, πριν γυρίσει ο αδερφός του απο τη δουλειά. Σκεφτόμενος αυτό άρχισε να ανεβαίνει δυό δυό τις σκάλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο αδερφός του, λίγο μεγαλύτερος απο τον ίδιο, απόφασισε να καταταγεί στην αστυνομία στα νιάτα του. Όχι πως είχε ποτέ καμία κλίση ή ανυσηχία για την τήρηση του νόμου και της τάξης. Το μόνο που είχε ήταν ανάγκη απο ένα σταθερό εισόδημα, τη στιγμή που όλοι οι άλλοι χαροπαλεύουν για ένα μεροκάματο. Αν μπορούσε πότε πότε να έχει και την ψευδαίσθηση πως αυτός κάνει κουμάντο ακόμα καλύτερα. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους. Απο την πλήρη αδιαφορία για οτιδήποτε, στην οποία βρισκόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή, στην σχολή άρχισε να σχηματίζει απόψεις. Απόψεις οι οποίες ενισχύθηκαν και βελτιώθηκαν όσο συναναστρεφόταν με τους συναδέλφους του, και οι οποίες μετά απο μερικά χρόνια παγιώθηκαν στο κεφάλι του. Απόψεις οι οποίες δεν παρέκλιναν καθόλου απο εκείνες της αστυνομίας και του κράτους εν γένει. Ασφάλεια, μέτρηση, απόδοση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κυνηγούσε εγκληματίες, βιαστές, δολοφόνους, απαγωγείς και πάει λέγοντας. Αναρωτιόταν πως στο διάολο υπάρχει τόση διαστροφή στον κόσμο. Δηλαδή, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο ζητιάνος έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί και δεν πήγε να δουλέψει για να το αγοράσει. Ούτε καταλάβαινε τύπους σαν εκείνον που κατακρεούργησε τη γυναίκα του και την έφαγε, ή την ομάδα που εξάρθρωσαν η οποία διοργάνωνε πάρτυ οργίων, και πόσο μάλλον τους περιθωριακούς αντικαθεστωτικούς με τη μανία τους να βάφουν, να πετούν προκυρήξεις απο τις ταράτσες και να τρομοκρατούν ηλεκτρονικά. Τι τους λείπει όλων αυτών; Γιατί όλοι οι υπόλοιποι δηλαδή είναι ήρεμοι και ευχαριστημένοι ενώ αυτά τα καθίκια παρανομούν και προκαλούν; Η επαναπροσαρμογή ήταν ότι ταίριαζε σε τέτοια μιάσματα. Ο ίδιος βέβαια το πήγαινε λίγο παραπέρα και αναρωτιόταν γιατί θα έπρεπε να ανέχονται γενικά τέτοια ξένα σώματα στην κοινωνία τους. Αλλά γενικά αποδεχόταν την δημοκρατική αντίληψη της επαναπροσαρμογής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν κάποιος διέπραττε ένα αδίκημα, όποιο και αν ήταν αυτό, αυτό σήμαινε πως στην διαδικασία προσαρμογής του στην κοινωνία κάτι πήγε στραβά, και οι γιατροί ήταν υπεύθυνοι να το διορθώσουν. Η διαδικασία της επαναπροσαρμογής μπορεί να κρατούσε από μερικές ώρες, μέχρι δυό τρείς μέρες ανάλογα την περίπτωση και περιλάμβανε την νέκρωση των ομάδων κυττάρων του εγκεφάλου με έξωθεν παρεμβολή, τα οποία ευθύνονται συνήθως για την στρεβλή προσαρμογή του ατόμου στη κοινωνία. Μετά την προσαρμογή το άτομο δεν είχε πλέον την ικανότητα να αισθανθεί ηδονή, και κατα συνέπεια ούτε επιθετικότητα. Υπήρχαν περιπτώσεις ατόμων που είχαν δυσκολία στην ομιλία, πέθαναν απο ανορεξία, και σχεδόν κανείς τους δεν μπορούσε να παράξει τέχνη ότι κι αν σήμαινε αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με λίγα λόγια δεν μπορούσαν να εγκληματίσουν ποτέ ξανά. Το σύστημα αυτό είχε 97% επιτυχία. Οι επινοητές του κατάφεραν να καταργήσουν το περίπλοκο και ασφυκτικό σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης του παρελθόντος μαζί με τα δικαστήρια και τις φυλακές που το αποτελούσαν. Τώρα οι πρώην εγκληματίες μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι στην κοινωνία, δουλεύοντας στα δημόσια έργα μετά την επαναπροσαρμογή τους.&lt;br /&gt;Ο αστυνομικός ήταν ευχαριστημένος απο τη δουλειά του. Και θα έκανε το παν για να γίνεται συνεχώς καλύτερος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    * * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα χρόνια περνούσαν κι εκείνος βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη ατονία της καθημερινότητας. Άλλαζε συνεχώς δουλειές, σχεδόν κάθε δυό μήνες. Παλιότερα προσπαθούσε να δημιουργήσει προσωπική ζωή, αλλά τελικά το παράτησε κι αυτό. Αφού κανένας άλλος δεν ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, με ποιόν θα μπορούσε να την δημιουργήσει; Οι μόνοι άνθρωποι τους οποίους έβλεπε σε περιοδική βάση ήταν η παρέα του των αντικαθεστωτικών. Και αυτό ήταν η μόνη του κοινωνική ασχολία πλέον, πέρα απο την εργασία την οποία έτσι κι αλλιώς θεωρούσε καταναγκαστική οπότε δεν τη μετρούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αισθανόταν την μιζέρια σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω απο αυτή τη πόλη. Εργασία και χαρά χέρι χέρι.&lt;br /&gt;Καμιά φορά στεκόταν στο πάρκο γυρνώντας απο τη δουλειά. Καθόταν σε ένα παγκάκι, και άλλωτε κοιτούσε κάτω, άλλωτε τους περαστικούς. Μερικοί τον κοιτούσαν περίεργα. Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο ένας ώριμος άντρας να κάθεται σε παγκάκια στο πάρκο. Αυτά είναι για τα παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνες τις στιγμές αναρωτιόταν αν είναι ο μόνος που αισθάνεται έτσι. Αναρωτιόταν αν τελικά είναι δυνατό κανείς άλλος να μην αντιλαμβάνεται όσα εκείνος, και μήπως τελικά είναι τρελός. Αυτή η ιδέα του καρφώθηκε για κάποιο διάστημα, και βάλθηκε να διαβάζει βιβλία ψυχολογίας. Σύντομα όμως τα πέταξε σαν χαζομάρες, και αποφάσισε πως είτε είναι τρελός είτε όχι, για τον ίδιο δεν έχει και τόση σημασία. Δεν τον νοιάζει. Αυτός θα συνεχίσει να αισθάνεται και να αποφασίζει με βάση τα εισερχόμενα μυνήματα του περιβάλλοντος του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιες ώρες διάβαζε σπίτι τα βράδυα. Ο αδερφός του φυσικά δεν ήξερε τίποτα για την δράση του, αλλά κάποια πολιτικά βιβλία τα διάβαζε μπροστά του, μισο κρυφά μισο φανερά. Ο αδερφός του ποτέ δεν διάβαζε βιβλία και ούτε πολυέδινε σημασία. Προτιμούσε να βλέπει ταινίες ή τηλεόραση στον υπολογιστή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ίδιος απεχθανόταν την τηλεόραση. Ένα μέσο που υποτίθεται πως απευθύνεται σε όλους, μιλούσε μόνο για τα προβλήματα των δημοσιογράφων που το απαρτίζουν. Η τηλεόραση δεν έδειχνε ποτέ τίποτα άλλο, παρα μόνο για γάμους γεννήσεις και κηδείες δημοσιογράφων. Άλλες  φορές οι ίδιοι πάλι άνθρωποι μιλούσαν απογοητευμένοι για τους κακούς βαθμούς των παιδιών τους στο σχολείο ή διεξήγαγαν ζωντανά τηλεψηφίσματα του κοινού για το χρώμα που θα επέλεγαν να βάψουν τους τοίχους των σπιτιών τους. Ο αδερφός του σε μια συζήτηση επι του θέματος, του είχε πεί πως έβρισκε εξαιρετικά ψυχαγωγικό το όλο θέαμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στην τελική» του πέταξε αδιάφορα «εσύ δεν έχεις κάτι το ξεχώριστο απο όλους εμάς τους υπόλοιπους για να μας πείς. Είσαι ο μέσος όρος όπως κι εγώ, αυτοί όμως σου δείχνουν κάτι καινούριο» είπε και γύρισε το βλέμμα του πάλι στην οθόνη.&lt;br /&gt;Ο αδερφός του ήταν αστυνομικός. Εντολοδόχος και εκτελεστής της εξούσιας που ο ίδιος μαχόταν. Δεν τον μισούσε γι’αυτό. Άλλωστε με τον αδερφό του ποτέ δεν είχαν έρθει ιδιαίτερα κοντά. Όσο μεγάλωναν μάλιστα συνέβαινε το αντίθετο. Όχι δεν τον μισούσε.  Αλλά ένιωθε ένα βαθύ οίκτο γι’αυτόν. Οίκτο αγάπης. Όπως και να ‘χε ήταν αδέρφια, δεν μπορούσε να πνίξει τα όποια συναισθήματά του σε έναν στείρο ορθολογισμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το θέμα είναι πως δεν σκεφτόταν συχνά τον αδερφό του. Αυτό που τριγύριζε στο μυαλό του τελευταία πάλι και πάλι και πάλι ήταν ο βορράς. Η κατάσταση εκεί είχε φτάσει στο χείλος του γκρεμού. Τα νέα από τα βόρεια της χώρας ήταν εξαιρετικά αισιόδοξα για εκείνον και τους άλλους αντικαθεστωτικούς. Οι ανατινάξεις, και οι ανταλλαγές πυροβολισμών έχουν γίνει καθημερινό φαινόμενο εκεί. Οι αντικαθεστωτικοί εκεί τα πάνε καλά. Και το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να είναι κι αυτός εκεί. Να βοηθήσει, να ζήσει την ηδονή της αντίστασης. Να είναι παρών στην γέννηση εκείνου που ερχόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκανε σχέδια για τη φυγή του, δεν ήταν και εύκολο πράγμα. Αν έφευγε πιθανότατα δεν θα μπορούσε να ξαναγυρίσει πίσω. Την σχεδίαζε προσεκτικά μαζί με μερικούς από την παρέα του. Και ανυπομονούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;     * * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα πρωινό, ετοιμαζόταν να φύγει για την δουλειά του, όταν άκουσε απ’έξω λάστιχα να στριγκλίζουν στη στροφή και τον διαπεραστικό ήχο από τις σειρήνες να σταματούν έξω από το σπίτι του. «Όχι ρε πούστη..» σκέφθηκε αμέσως. «Δεν προλαβαίνω ούτε τις σημειώσεις μου να καταστρέψω…».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένιωσε τα πόδια του αδύναμα, αν και είχε προετοιμαστεί ψυχολογικά για κάτι τέτοιο εδώ και χρόνια. Άκουσε πόρτες αυτοκινήτων να ανοίγουν και ποδοβολητά, διαταγές και βρισιές. Και ύστερα κάτι σαν έκρηξη από το διπλανό σπίτι. Είχε κρεμαστεί πίσω από το παράθυρο προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Από τη γωνία που μπορούσε να δεί, διέκρινε τρία βαν της αστυνομίας, αλλά πρέπει να υπήρχαν και άλλα. Από μέσα βγήκαν τρέχοντας πάνοπλοι αστυνομικοί ιδίου αναστήματος και φυσικής κατάστασης ντυμένοι στα μαύρα με κουκούλες. Είχαν όλων των ειδών τα όπλα κρεμασμένα πάνω τους, και στα χέρια τους κρατούσαν κάτι τεράστια υπερσύγχρονα τουφέκια με τα οποία απ’οτι ήξερε πετύχαινες μύγα στο ένα χιλιόμετρο ή ανατίναζες ολόκληρο τοίχο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εισβάλανε στο διπλανό σπίτι! Αλλά γιατί;&lt;br /&gt;«Τι στο καλό…»&lt;br /&gt;Προσπαθούσε να σκεφτεί. Στο διπλανό σπίτι έμενε ένας γεράκος γύρω στα εξήντα πολύ συμπαθητικός. Δούλευε σε εργοστάσιο πλαστικού τα τελευταία σαράντα χρόνια και ήταν πάντα μόνος. Μήπως είχε κανα γιό μπλεγμένο; Τι μπορεί να ήθελαν;&lt;br /&gt;Μετά από όχι παραπάνω από δύο λεπτά συνεχόμενων κρότων και ήχων σπασιμάτων από δίπλα εμφανίστηκαν πάλι σέρνοντας τον γεράκο δύο από αυτούς ενώ άλλοι τρείς τον σημάδευαν. Φαινόταν χαμένος, και ανήμπορος. Τον έχωσαν με σπρωξιές σε ένα βαν και έφυγαν σπινιάροντας. Κάποιοι έμειναν πίσω και άπλωναν την προειδοποιητική ταινία της αστυνομίας γύρω από το σπίτι για να το ελέγξουν προφανώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρόσωπο του είχε ασπρίσει σαν πανί. Βυθίστηκε σε μια μικρή πολυθρόνα με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Τι μπορεί να είχε συμβεί; Τι σχέση μπορεί να είχε ο γεράκος με την αντίσταση για να έρθουν μπάτσοι από το σώμα επιβολής τάξης; Δεν θα τον είχε πάρει κάπου το μάτι του αν είχε σχέση; Πολύ περίεργα πράγματα… Αργότερα έμαθε πως η αστυνομία έκανε έφοδο σε σπίτια άλλων δεκαοχτώ υπόπτων για αντικαθεστωτική δράση εκείνη τη μέρα. Ύποπτοι σήμαινε πως όλοι θα επαναπροσαρμοστούν.&lt;br /&gt;Δάκρυσε για τους χαμένους του συντρόφους. Ήξερε μερικούς από αυτούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από εκείνη τη μέρα άρχισε να αισθάνεται ασφυκτικά. Εκείνη τη μέρα αποφάσισε να βρεί ένα όπλο. Αν ο κλοιός σφίγγει γύρω από τους αντικαθεστωτικούς, τότε προτιμούσε να πεθάνει μαχόμενος, παρά να επαναπροσαρμοστεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν άλλη μια απο τις ατέλειωτες βόλτες του. Αυτή τη φορά ήταν λίγο περισσότερο μπερδεμένος. Και τσαντισμένος. Ο αδερφός του.&lt;br /&gt;Του έπρηξε τ’αρχίδια πάλι. Η εκείνος έπρηξε τ’αρχίδια του αδερφού του. Τέλος πάντων είχαν μια κωλοσυζήτηση. Από τις λίγες φορές που συμβαίνει αυτό. Ίσως και η πρώτη.&lt;br /&gt;Εντάξει όλοι έχουν μια δουλειά. Ο καθένας κάτι φτιάχνει, κάτι προσφέρει. Ο μπάτσος ο αδερφός του τι κάνει; Δέρνει φυλακίζει σκοτώνει και πληρώνεται. Τι σόι δουλειά είναι αυτή;&lt;br /&gt;«Όσο και αν με βρίζεις πρέπει να έχεις υπόψιν σου», του είπε εκείνος, «ότι το μοναδικό που μας επαναλαμβάνουν συνεχώς είναι να δηλώνουμε οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψη μας όσο ασήμαντο και να είναι. Να προσέχουμε όλες τις λεπτομέρειες. Να χτυπάμε έστω κι αν δεν είμαστε σίγουροι. Ο τελικός σκοπός δεν είναι απλά να πιάσουμε τους κακούς. Είναι να δηλώσουμε ότι είμαστε εδώ. Αυτό είναι πιο σημαντικό, και έτσι στέκεται στα πόδια της αυτή η χώρα τόσα χρόνια. Αυτή είναι η δουλειά μου, και την κάνω όσο πιο καλά μπορώ για το καλό όλων μας.» Πήρε μια βαθιά ανάσα, και συνέχισε κοιτώντας κάτω. «Άλλωστε... υπάρχουν πάντα οι ποινές και είναι οι σκληρότερες γιατί εμείς πρέπει να είμαστε τα υποδείγματα. Αν για παράδειγμα μαθευτεί ότι έκανα τα γλυκά μάτια σε κάποιον ύποπτο και δεν τον σάπισα ή ότι ήξερα κάτι και δεν το δήλωσα τότε τίθεμαι κατευθείαν στην διάθεση της επιτροπής αναπροσαρμογής.»&lt;br /&gt;Τα δύο αδέρφια κοιτάχτηκαν στα μάτια.&lt;br /&gt;«Οι καιροί είναι δύσκολοι και τη χώρα πρέπει να τη στηρίξουμε όλοι μας. Αυτό απαιτεί από μας και αυτό πρέπει να κάνουμε, χωρίς συναισθηματισμούς» τελείωσε ο αστυνομικός, για να δεί τον αδερφό του να φεύγει βροντώντας την πόρτα πίσω του.&lt;br /&gt;Αυτά σκεφτόνταν, αραγμένος σε ένα παγκάκι. Αυτό που τον εκνεύριζε περισσότερο ήταν η ψυχραιμία του αδερφού του. Μπορούσε να μιλάει για τον κλινικό θάνατο ανθρώπων, για τυφλή υπακοή σε κανόνες και διατάγματα, για την ανυπαρξία ψυχαγωγίας και ιδιωτικής ζωής, και όλα αυτά να τα παρουσιάζει σαν το πιο απλό πράμα. Σαν ένα καθήκον. Δεν το χωρούσε ο νούς του. Ήξερε πως ο αδερφός του δεν ήταν καθίκι όπως ο περισσότεροι μπάτσοι. Ήταν ώριμος άνθρωπος, προσγειωμένος. Έβγαζε το ψωμί του.&lt;br /&gt;Κι αυτό τον έπνιγε. Η ιδέα οτι ο αδερφός του κάνει αυτή τη δουλειά, οτι ο ίδιος ήταν τώρα πια τόσα χρόνια αντικαθεστωτικός και κρατούσε αυτό το μυστικό,  τον έπνιγε. Ήθελε τόσο να του πεί για να τα βγάλει από μέσα του αλλά αν το έκανε ο αδερφός του θα καταλάβαινε τις ιδέες του, την επιλογή του. Και τότε; Δεν μπορούσε να προβλέψει. Μετά την τελευταία τους συζήτηση, αυτό που μάλλον θα γινόταν θα ήταν να τον δηλώσει. Ίσως η συνειδητοποίηση της επικείμενης προδοσίας απο το ίδιο του το αίμα τον τρομοκρατούσε περισσότερο απ’όλα τελικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα το έκανε όμως ο μεγάλος του αδερφός; Όλα έδειχναν πως ναί, αλλά η αμφιβολία στριφογύρνουσε σαν μέλισσα μέσα στο μυαλό του παρολαυτά. Δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Τους εκπαιδεύουν σκληρά, τους κάνουν όργανα, ρομπότ της κυβέρνησης, αλλάζοντας τους την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους τελικά, αλλά δεν μπορεί να μην υπάρχουν κάποια σταγονίδια ανθρωπιάς ακόμα μέσα τους.&lt;br /&gt;Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως όπως και να έχει αυτές οι σκέψεις είναι περισσότερο φιλολογικού ενδιαφέροντος, μιας και ποτέ δεν θα αποκάλυπτε στον αδερφό του τι πραγματικά είναι. Τις άφησε προς το παρόν στην άκρη, μαζί με τόσες άλλες σκέψεις που του προξενούσαν τρόμο για τη φύση της κοινωνίας που ζούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε σπίτι. Ο αδερφός του έβλεπε μαλακίες στην τηλεόραση, και δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει όταν μπήκε. Ίσως να αισθανόταν κάποιες ενοχές.&lt;br /&gt;Πήγε στο δωματιό του, και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Γονάτισε στο πάτωμα,και έβαλε το χέρι του κάτω απο το κρεβάτι του και γυρνώντας το προς τα μέσα έπιασε απο ένα εσωτερικό κούφωμα το πιστόλι του. Κάθησε στο κρεβάτι του και το ξετύιλιξε απο το άσπρο του πανί. Το χάιδεψε στο πλάι, παρατηρώντας το φώς να λαμπύριζει στην ασημένια του επιφάνεια. Το πήρε στο χέρι του. Το έσφιξε, και έκλεισε τα μάτια. Αν μη τι άλλο του έδινε μια σιγουριά. Αισθανόταν περισότερο ασφαλής, πιο βέβαιος κρατώντας το.&lt;br /&gt;«Μαζί θα βγάλουμε άκρη» ψιθύρισε κοιτώντας το, και ύστερα το έχωσε ξανά στην κρυψώνα του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είναι απίστευτο! Απίστευτο! Τι μαλακίες μου λές; Τι μαλακίες μου λές;»&lt;br /&gt;«Σου λέω αυτό που έγινε, ο γέρος ψαχνότανε, τα ήθελε ο κώλος του. Και πρόσεχε τα λόγια σου μαλακισμένο.»&lt;br /&gt;«Είσαι τόσο ρουφιάνος πιά; Τι μαλακίες σας λένε εκεί που δουλεύεις; Ο  γέρος δεν είχε να φάει και τον έστειλες στο απόσπασμα!»&lt;br /&gt;«Ρουφιάνος; Που τα έμαθες εσύ αυτά;»&lt;br /&gt;«Αυτό δεν είσαι;»&lt;br /&gt;«Κάνω τη δουλειά μου για το καλό όλων μας.»&lt;br /&gt;«Ναί νιώθω ήδη πολύ καλύτερα που σκότωσαν τον ανήμπορο γεράκο δίπλα μας.»&lt;br /&gt;«Δεν τον σκότωσαν πόσες φορές θα στο πώ;»&lt;br /&gt;«Δεν έχει και μεγάλη διαφορά με το θάνατο αυτό που του έκαναν.»&lt;br /&gt;«Εσύ τι στο διάολο ανακατεύεσαι; Εκείνοι ξέρουν πολύ καλά τι δουλειά τους.»&lt;br /&gt;«Ωραία δουλειά! Να δολοφονείς κοσμάκη. Δεν ντρέπεσαι λίγο ρε αλήτη;»&lt;br /&gt;«Αντε γαμήσου ρε μαλάκα πιτσιρικά! Δούλεψε καμιά φορά σοβαρά στη  ζωή σου και μετά έλα πες μου. Οτι και να του έκαναν του άξιζε του πούστη!»&lt;br /&gt;«Εσένα τι σου έφταιξε ρε;»&lt;br /&gt;«Τον έβλεπα τον κωλόγερο, έβγενε τα βράδυα και έσκαβε το κήπο του. Μετά έκοβε βόλτες ΄δεξια κι αριστερά, τον είχα πετύχει πολλές φορές να βολτάρει χωρίς λόγο. Δεν θέλει και πολύ σκέψη! Ποιός φυσιολογικός άνθρωπος τα κάνει αυτά; Τόσο μαλάκας είσαι και δεν καταλαβαίνεις;»&lt;br /&gt;«Είσαι τρελός! Ψυχάκιας! Στο διάολο κωλο φασίστα σε βαρέθηκα να πας να γαμηθείς!». Ο μικρός επικύρωσε τα τελευταία του λόγια με τον δυνατό γδούπο της πόρτας του δωματίου του.&lt;br /&gt;«Να πάω να γαμηθώ; Να φέρεις μόνος σου ψωμί στο σπίτι λοιπόν μαλάκα απο δώ και πέρα!» του φώνααξε ο αδερφός του απέξω αλλά δεν πήρε απόκριση και γύρισε απο την άλλη.&lt;br /&gt;«Λογικέψου ρέ!» του φώναξε μια τελευταία φορά πριν κάτσει να δεί τηλεόραση.&lt;br /&gt;Ο μικρός κλεισμένος στο δωμάτιο του, έβαλε το κεφάλι του στα χέρια τοθ.&lt;br /&gt;«Τι στο διάολο συμβαίνει , τι στο διάολο γαμώ την πούτανα μου... Ο σκατόμπατσος ο αδερφός μου τον έδωσε.. Χωρίς κανένα απολύτως στοιχείο.. Γείτονας μας 20 χρόνια!&lt;br /&gt;Ως που μπορεί να φτάσει;&lt;br /&gt;Άρχισε να φοβάται τον αδερφό του.&lt;br /&gt;Πόση ντόπα του έχουν δώσει; Δεν έχει πια ίχνος αξιοπρέπειας; Ανθρωπιάς; Τι έχει γίνει;&lt;br /&gt;Ένα μαλθακό τέρας που δέρνει και σκοτώνει κόσμο για να βγάλει λεφτά. Και ύστερα δεν κάνει τίποτα άλλο απο το να τρώει βρομιές στη τηλεόραση. Δεν τον νοιάζει τίποτα. Δεν νιώθει οίκτο, αγάπη η μίσος. Είναι μια μηχανή, λαδωμένη καλά, μια φθηνή μηχανή ακριβείας στην υπηρεσία της κωλοκοινωνίας μας.&lt;br /&gt;Τον τρομοκρατούσε η ιδέα....&lt;br /&gt;«Μια φθήνη μηχανή ακριβείας...»&lt;br /&gt;Τρόμαζε βαθιά για αυτό που είχε γίνει ο αδερφός του. Ακόμα περισσότερο για όσα φανταζόταν οτι ο αδερφός του μπορούσε να κάνει.&lt;br /&gt;Αλλά πιο πολύ απ’όλα, τρόμαζε στην ιδέα πως κι εκείνος δεν ήταν τελικά τίποτα παραπάνω απο την άλλη όψη του ίδιου νομμίσματος.&lt;br /&gt;«Μια φθηνή μηχανή ακριβείας...»&lt;br /&gt;Πως όλοι, ανεξαιρέτως είναι παίκτες στο ίδιο παιχνίδι. Οι περισσότεροι απο τη μια και οι λιγότεροι απο την άλλη. Αλλά οτι κανείς δεν μπορεί με κανένα τρόπο να μη δεχτεί να παίξει. Τρόμαζε γιατι στα μάτια του αδερφού του έβλεπε την κοινωνία αυτοπροσώπως και ο ίδιος είναι ένα μέρος της, όπως είναι και μέρος του αδερφού του.&lt;br /&gt;«Μια φθηνή μηχανή ακριβείας...»&lt;br /&gt;Ήξερε οτι δεν είχε και πολλά περιθώρια στη ζωή του να ξεφύγει, ποιος είχε άλλωστε; Αλλά αυτό... αυτό δεν γίνεται να το παραδεχτεί για τον εαυτό του. Όσο και αν το διαισθάνεται. Όσο κι αν μια φωνή του φωνάζει «Κι εσύ δηλαδή τι παραπάνω έχεις και δεν είσαι σαν τους άλλους; Αρχίδια!»&lt;br /&gt;Εκείνος ελπίζει. Αλλά ο φόβος, είναι πάντα εκεί. Καθισμένος, κουρνιασμένος σε μια υγρή σκοτεινή γωνιά του μυαλού του. Δεν τον βλέπει ούτε μπορεί να τον προσδιορίσει. Αλλά αισθάνεται την παρουσία του, και αυτό είναι αρκετό. Κι εκείνος φροντίζει να την κάνει αισθητή.&lt;br /&gt;Η ίδια η πόλη του έχει εντρυφήσει τον φόβο στο κεφάλι του. Με το πέρασμα των χρόνων. Άνθρωποι σαν τον αδερφό του, ή εκείνους που τον σκουντάνε στο δρόμο και δεν τον κοιτούν ποτέ. Τα ολόιδια σε σχήμα και χρώμα κτίρια, και οι αχανείς δρόμοι. Οι μπάτσοι και τα μάτια τους, η δουλειά του, και οι απαγορεύσεις της νύχτας. Οι άνθρωποι δείχνουν να φοβούνται και να τρέχουν να προστατευτούν απο κάτι, και κάποιοι άλλοι προσπαθούν τους προστατέψουν απο αυτό το ίδιο κάτι, με μάτια και απαγορεύσεις και ομοιότητα. Όλοι συμπεριφέρονται σαν να ξέρουν περι τίνος πρόκειται, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει. Γιατί ο φόβος, δεν σε κοιτά ποτέ κατάματα. Απλά κάνει αισθητή τη παρουσία του μέσα απο τη σκοτεινή γωνιά του κι αυτό είναι αρκετό...&lt;br /&gt;Και τώρα;&lt;br /&gt;Ο άντρας σήκωσε το κεφάλι απο τα χέρια του, και κοίταξε τον τοίχο μπροστά του, χωρίς όμως να τον βλέπει. Το βλέμμα του έμοιαζε να αντικρύζει έναν ορίζοντα πολλά χιλιόμετρα μακριά. Το χέρι του έκανε μια ασυναίσθητη κίνηση προς εκείνο που έχει κρύψει κάτω απο το κρεβάτι του, αλλά την έκοψε μόλις τη κατάλαβε.&lt;br /&gt;«Τώρα μόνο ο βοράς μου μένει.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λογικέψου ρε!»&lt;br /&gt;Και πως τολμούσε να του λέει εκείνος να λογικεφτεί;&lt;br /&gt;Πως μπορούσε ο οποοιοσδήποτε να του πεί να λογικεφτεί;&lt;br /&gt;Τη στιγμή που κανείς  γύρω του δεν είναι λογικός. Τη στιγμή που τίποτα γύρω του δεν είναι λογικό.&lt;br /&gt;Η λογική η ίδια είναι μια φαντασίωση του ανθρώπου που ο ίδιος θα ήθελε να υπάρχει αλλά τελικά δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει τίποτα.&lt;br /&gt;Όσο και αν σκίζουν τα ιματιά τους οτι τόσα χρόνια πολιτισμού μας έμαθαν να λύνουμε τις διαφορές μας λογικά, στην ουσία κανένα επιχείρημα ποτέ δεν βασίστηκε στη λογική ούτε καν ισχυροποιήθηκε έστω και λίγο απο αυτήν. Ακόμα και τώρα η μοναδική οδός απόδειξης του δίκαιου είναι η πατροπαράδοτη βία. Κανείς ποτέ δεν κατάφερε να αποδείξει οτι έχει δίκιο αν δεν είχε δύναμη, που να μπορούσε να μεταφραστεί σε βία. Η λογική δεν έσωσε κανέναν απο το θάνατο ούτε απο τη ζωή. Δεν βοήθησε ποτέ καμία κατάσταση γιατι πολύ απλά δεν υπάρχει. Δεν εξήγησε ποτέ κανένα φαινόμενο, γιατί τα φαινόμενα αδιαφορούν παγερά γι’αυτήν. Το πιο τρομακτικό είναι πως οι ίδιοι οι άνθρωποι αδιαφορούν γι’αυτήν, και μάλιστα όχι λόγω του οτι είναι χαμένοι στο συναισθημά τους αλλά επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, δεν μπορούν να βρούν ένα τρόπο.  Αν η λογική υπήρχε, θα είχαμε ήδη ανακαλύψει ένα μηχάνημα που χρησιμοποιώντας την να αποδυκνείει ή να καταρίπτει θεωρίες. Και πολύ σύντομα θα είχαμε αγγίξει την αλήθεια. Το απόλυτο.&lt;br /&gt;Αλλά η λογική δεν είναι μία όπως δεν είναι και η αλήθεια μια. Είναι τόσες πολλές, που τελικά δεν είναι. Είναι άπειρο. Κι έτσι η υποθεσή της, καταλήγει παρόμοια με αυτή του θεού. Αν κάτι δεν μπορούμε να το συνειδητοποιήσουμε καν, δεν έχει και σημασία για μας, είτε υπάρχει είτε όχι, μπορεί να πάει να γαμηθεί. Κι εμείς να το γράψουμε στ’αρχίδια μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τσίτες. Έσκυψε καθιστός ανάμεσα στα πόδια του και τράβηξε το πιστόλι του.&lt;br /&gt;«Στο διάολο.»&lt;br /&gt;Ήθελε κάτι να σπάσει. Σε κάποιον να φωνάξει. Κάτι να καταστρέψει. Κάτι να τελειώσει. Όπλισε το πιστόλι, και το έχωσε στη τσάντα.&lt;br /&gt;«Στο διάολο.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο αδερφός του σάστισε όταν τον είδε να βγένει σ’αυτή τη κατάσταση απο το δωματιό του με ένα σακίδιο στον ώμο του.&lt;br /&gt;«Τι κάνεις ρε; Που πάς;»&lt;br /&gt;Αλλά δεν χρειάστηκε να πάρει απάντηση. Με μιας τα κατάλαβε όλα. Όλες οι υπόνοιες που μπορεί να είχε τόσο καιρό επιβεβαιώθηκαν σε μια στιγμή.&lt;br /&gt;Πισωπάτησε.&lt;br /&gt;«Πάω στο βορά.»&lt;br /&gt;Η απαντηση ήρθε και του κοψε τα πόδια.&lt;br /&gt;«Δεν μπορείς να φύγεις.»&lt;br /&gt;«Μπορώ.»&lt;br /&gt;«‘Όχι!»&lt;br /&gt;Προχώρησε και ο αδερφός του μπήκε μπροστά του. Τον κοίταξε κατάματα  Χοντρές στάλες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό του.&lt;br /&gt;«Εισαι απο αυτούς τελικά ... ε;»&lt;br /&gt;Είπε με καποιο  δισταγμό αν και ήταν σχεδόν σίγουρος για την απάντηση.&lt;br /&gt;Ο μικρότερος αδερφός του δεν του απάντησε ξανά. Τον κοίταξε μόνο κατάματα.&lt;br /&gt;«Απάντησε μου. Είσαι;»&lt;br /&gt;Ούτε τώρα πήρε απάντηση. Ο αδερφός του απλώς τον κοιτούσε και έσφιγγε τα δόντια.&lt;br /&gt;Τότε τον έπιασε απο τους ώμους και τον ταρακούνησε&lt;br /&gt;«Απάντησε μου γαμώ την πουτάνα μου! Απάντα μου δεν ξέρεις να μιλάς;» Του  φώναξε μέσα στη μούρη. Τον έσπρωξε πίσω και του έδωσε ένα δυνατό χαστούκι.&lt;br /&gt;Η τσάντα έπεσε απο τον ώμο του σαν σε αργή κίνηση. Ο ίδιος παραπάτησε πάνω σε κάτι καρέκλες.&lt;br /&gt;Σήκωσε το προσωπό του προς τον αδερφό του. Τώρα το βλέμμα του δεν ήταν απαθές πια. Ήταν οργισμένο. Του όρμησε και τον έπιασε απο τον γιακά. Τον χτύπησε ξανά και ξανά με τη γροθιά του στο πρόσωπο.&lt;br /&gt;«Δεν θα μου στερήσετε τη ζωή μου πούστηδες! Θα σας γαμήσω πρώτος!» φώναζε εκτός εαυτού.&lt;br /&gt;Ο αδερφός του τον γρονθοκοπούσε κι αυτός μανιασμένος στην κοιλιά, πεσμένοι και οι δύο κάτω με τον μικρό να φωνάζει συνεχώς, ενα κουβάρι που στο διάβα του πήρε αμπάριζα καρέκλες, τραπέζια, χαλιά.&lt;br /&gt;«Θα σας γαμήσω όλους!»&lt;br /&gt;Ο μεγάλος αδερφός με την μύτη ανοιγμένη κατάφερε να τον ακινητοποιήσει στο πάτωμα και κάθισε επάνω του, κοπανώντας τα μούτρα του. Ο μικρός βρέθηκε σε μειονεκτική θέση, δεν μπορούσε να ξεφύγει, και δεχόταν απανωτές γροθιές στο κεφάλι. Ένιωσε το πρόσωπό του μουδιασμένο, κι ανάμεσα σε χέρια που παλεύουν διέκρινε σαν σε καρέ το πρόσωπο του αδερφού του, σκληρό και αδυσώπυτο με τραβηγμένα χείλη σε μια γκριμάτσα τρόμου, αναψοκοκκινισμένο με λεκέδες αίματος. Τον κοιτούσε και τον χτυπούσε χωρίς οίκτο. Τα χέρια του, άρχισαν να χάνουν την δυναμή τους, και το κεφάλι του έγειρε στο πλάι, όλα σκοτείνιασαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν πρέπει να έμεινε έτσι πάνω απο μερικά λεπτά. Το πρώτο που άκουσε ήταν βήματα πάνω απο το κεφάλι του. Βαριά βήματα. Ο αδερφός του. Το κεφάλι του πονούσε πολύ. Γαμημένα πολύ. Άκουσε τον αδερφό του να μιλάει. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγε. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, ένιωθε το σώμα του αδύναμο να επανέλθει.&lt;br /&gt;«Τι στο πούτσο… Ναι; Το τμήμα 3456 παρακαλώ. Μην με κρατήσετε στην αναμονή πάλι καμια ώρα είναι επείγον. Νούμερο 77Β890. Ναι.»&lt;br /&gt;Ο μικρός τέντωσε το χέρι του αδύναμα. Ο αδερφός του συνέχιζε να βηματίζει πάνω κάτω νευρικά. Αν είναι δυνατόν, έπερνε τηλέφωνο τους συναδέλφους του τους μπάτσους να έρθουν εδώ να τον πιάσουν. Έπρεπε να δράσει γρήγορα, αλλιώς σε λίγα λεπτά θα ήταν χαμένος. Τέντωσε τα δάχτυλα του, η τσάντα του πεσμένη μερικά χιλιοστά μακριά του.&lt;br /&gt;Έχωσε αργά το χέρι του μέσα και άγγιξε το μεταλικό του όπλο.&lt;br /&gt;«Υπ’αριθμόν 6628 υπόψιν του κύριου Αξιωματικού. Μα πόσες φορές θα το πώ; Είναι τόσο δύσκολο να δηλώσω ένα 101;»&lt;br /&gt;Το άγγιξε. Λύγισε ελαφρά τα δάχτυλα του και το έφερε πιο κοντά. Το έπιασε τελικά και το ακούμπησε δίπλα του. Ο αδερφός του βροντοφώναζε στο τηλέφωνο και δεν έδινε καμιά σημασία.&lt;br /&gt;Ο μικρός ρούφηξε τη μύτη του που έτρεχε αίμα σα βρύση. Πίεσε το μικρό μοχλό στο πλάι του όπλου. Ο γεμιστήρας αποσυνδέθηκε με ένα κλικ.&lt;br /&gt;Ο αδερφός του είχε τώρα σταθεί ακριβώς από πάνω του γυρισμένος πλάτη.&lt;br /&gt;Ο μικρός τράβηξε το γεμιστήρα, και χάιδεψε τους αιχμηρούς υποδοχείς των ελατηρίων στην άκρη του. Με μια γρήγορη κίνηση γυρνώντας μπρούμητα τους κάρφωσε στα δάχτυλα των ποδιών του αδερφού του, που ούρλιαξε από πόνο και από τη σαστιμάρα του έριξε το τηλέφωνο κάτω.&lt;br /&gt;Εκείνος με δυο τρείς άγαρμπες κινήσεις κατάφερε να σταθεί στα πόδια του αν και παραπατούσε ακόμα. Κρατούσε ακόμα το πιστόλι. Η θολούρα γύρω ξεδιάλυνε σιγά σιγά. Με το κεφάλι λοξά έβλεπε τον άλλο άντρα μπροστά του να κρατάει το ματωμένο του πέλμα και να βλαστημά. Σιωπή έπεσε όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, όταν τον είδε όρθιο με το πιστόλι στο χέρι. Υπήρχε μια ακόμα σφαίρα στη θαλάμη, και το ήξεραν και οι δύο.&lt;br /&gt;«Τους κάλεσες;» ήταν αυτό που του είπε.&lt;br /&gt;Ο άλλος απέφυγε να τον κοιτάξει στα μάτια.&lt;br /&gt;«Έκανα απλά το καθήκον μου.»&lt;br /&gt;«Πρόλαβες να τους το πείς ή όχι;»&lt;br /&gt;Ο άλλος τον κοίταξε επιτέλους στα μάτια.&lt;br /&gt;«Ακόμα κι αν δεν πρόλαβα θα τα μάθουν όλα κάποια στιγμή. Δεν μπορείς να ξεφύγεις ρε μαλάκα! Που θα κρυφτείς; Κανένα από τα κατακάθια σαν του λόγου σου δεν ξεφεύγει στο τέλος. Τι θα κάνεις;»&lt;br /&gt;Ο αντικαθεστωτικός σήκωσε το πιστόλι του. Ο αστυνόμος το κοίταξε με περιφρόνηση. Ήταν μπροστά στο προσωπό του τώρα.&lt;br /&gt;«Τι θα κάνεις θα με πυροβολήσεις τώρα;» τον κοιτούσε χλευαστικά.&lt;br /&gt;«Είσαι.. απλά ένας μπάτσος, δεν είσαι ο αδερφός μου. Θα με άφηνες άνετα στα χέρια τους. Να μου κάνουν όλα αυτά τα φρικτά πράγματα…» με τα λόγια αυτά το προσωπο του τσάκισε, τα μάτια του βούρκωσαν.&lt;br /&gt;«Μα… είναι για το καλό σου…» απάντησε ο άλλος με ένα ειρωνικό μειδίαμα στα χείλη.&lt;br /&gt;«Το καλο μου είναι να είμαι ελεύθερος» ο αντικαθεστωτικός πετούσε σάλια. «Κι εσύ είσαι το  εμπόδιο μου προς την ελευθερία. Θα φύγω για εκεί. Και ο μόνος που θα με έψαχνε, ο μόνος που θα νοιαζόταν είσαι εσύ. Και θα με έψαχνες για να με βλάψεις. Εσύ είσαι το εμπόδιο μου. Ή εσύ ή η ελευθερία. Ή ο θάνατος ή η ζωή. Είναι θέμα προτεραιοτήτων….»&lt;br /&gt;«Μη λες μαλακίες δεν έχεις πουθενά να πάς…»&lt;br /&gt;Ο αντικαθεστωτικός τώρα έβλεπε απέναντι τον μπάτσο. Κανένα συναισθηματικό δέσιμο δεν υπήρχε μεταξύ τους.&lt;br /&gt;«Μπορούμε να το λύσουμε μαζί…»&lt;br /&gt;Όσο κι αν αντιπαθούσε την λογική, τώρα είχε μπροστά του ένα εμπόδιο και μόνο, τίποτα άλλο.&lt;br /&gt;«Όλοι νοιαζόμαστε για σένα, κανείς δεν θα σε βλάψει..»&lt;br /&gt;Εικόνες περνούσαν από το μυαλό του.&lt;br /&gt;«Πρέπει απλά να γίνεις καλά…»&lt;br /&gt;Άσπρα δωμάτια, άσπρα ρούχα, άσπρος, αλέκιαστος εγκέφαλος.&lt;br /&gt;«Έλα τώρα, άκου.»&lt;br /&gt;Με ένα εκκωφαντικό κρότο μέσα στο μικρό δωμάτιο, ο αντικαθεστωτικός πυροβόλησε. Ο αστυνόμος έλουσε το πάτωμα με κίτρινα χυμένα μυαλά και μαυροκόκκινο αίμα. Το νεκρό κορμί έπεσε βαρύ μπροστά στα πόδια του ανθρώπου που κρατούσε το καπνισμένο πιστόλι. Το κοιτούσε.&lt;br /&gt;Και τώρα θα έπρεπε να φύγει. Κανονικά. Αλλά τι ήταν το κανονικό; Κανονικά είχε και αδερφό. Τώρα δεν είχε. Μετά από ένα δευτερόλεπτο.&lt;br /&gt;Θα έπρεπε να τρέξει, αν όλα είχαν γίνει με λογικό τρόπο. Αλλά δεν είχαν γίνει καθόλου έτσι.&lt;br /&gt;Έβγαλε μια μακρόσυρτη κραυγή με όσο αέρα είχε στα πνευμόνια του.&lt;br /&gt;Όλα είχαν ανακατευτεί μέσα στο μυαλό του, δεν μπορούσε να σκεφτεί ή να δεί τίποτα. ΄Ηταν απελπισμένος. Ένιωσε ναυτία. Και τώρα θα έπρεπε να φύγει μακριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σωριάστηκε σαν νεκροζώντανος σε μια πολυθρόνα. Ακόμα κρατούσε το πιστόλι στο χέρι. Κοιτούσε τον τοίχο απέναντι. Έγειρε μπροστά, ακούμπησε το πρόσωπό του στο χέρι του και άρχισε να κλαίει.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-6787449968126190291?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/6787449968126190291/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/blog-post_08.html#comment-form' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/6787449968126190291'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/6787449968126190291'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/blog-post_08.html' title='Θέμα Προτεραιοτήτων'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-2578277492925438214</id><published>2009-01-02T03:12:00.000-08:00</published><updated>2009-03-16T04:48:10.319-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ε.Φ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ιστοριούλες'/><title type='text'>Οι νεκροί αυτής της πόλης</title><content type='html'>Σ’αυτή τη πόλη κηδέυουν μόνο όσους οι ίδιοι οι κάτοικοι της θέλουν να κηδέψουν. Λίγους δηλαδή. Οι υπόλοιποι απλά προσπερνιούνται. Όταν πέθανε ένας οικογενειάρχης οι λιγοστοί φίλοι του τον εκαψαν σ’ένα στενό έρημο σοκάκι, αφήνοντας τις στάχτες του για τα συνεργεία καθαρισμού. Ήταν το περισσότερο που μπορούσαν να κάνουν. Και όταν πέθανε ένας ζητιάνος τα ίδια συνεργεία έσυραν το κουφάρι του ένα χιλιόμετρο έξω απο την πόλη και το παράτησαν στην ερημιά. Είναι φοβερό το θέαμα που αντικρύζουν όσοι έρχονται προς το μέρος αυτό: ανθρώπινα μισοσαπισμένα κουφάρια και σκελετοί που ξεπροβάλλουν απο το σταχτί χώμα. &lt;span class="fullpost"&gt;&lt;br /&gt;Όταν πέθανε ο κυβερνήτης τον έθαψαν με τιμές. Κόσμος παρευρέθηκε και όλοι θρηνούσαν. Είναι πολύ λίγες οι φορές που αναγγέλεται ένας θάνατος εδώ. Είναι ελάχιστες οι φορές που πεθαίνει κάποιος. Είναι σπάνιες οι φορές που θρηνεί αυτή η πόλη.&lt;br /&gt;Κι όταν αυτό γίνεται, τα θολά άσπρα φώτα της, γίνονται όλα κίτρινα για ένα βράδυ. Χλωμές φάτσες βγένουν στους δρόμους για να αποχαιρετήσουν το νεκρό, ο ένας πίσω απο τον άλλο σε μια άηχη χορογραφία. Ο μεγάλος ποταμός που διαπερνά την πόλη γεμίζει με αμέτρητα θολά φαναράκια που επιπλέουν στα βρόμικα νερά του.&lt;br /&gt;Πως φτάσαμε ως εδώ; Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν θυμάται, ούτε μπορεί να πεί. Θα μπορούσε να είναι μια τεράστια φυσική καταστροφή που απελευθέρωσε τον όλεθρο, ή μια μεγάλη επανάσταση που έφερε την καταστροφική αλλαγή, ή ακόμα ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα που έσπειρε στον πλανήτη γιγαντιαία μανιτάρια και τα άφησε να ανθίσουν διαχύοντας όλη τους την μεγαλόπρεπη καυτή αύρα και τα χαρακτηριστικά τους αρώματα. Θα μπορούσαν να είναι όλα αυτά μαζί. Όλα αυτά που μας ώθησαν να αναζητούμε την ομορφιά στην ασχήμια και τη δημιουργία στην καταστροφή, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, γιατί το μόνο που μας δώθηκε είναι ασχήμια και καταστροφή. Ή θα μπορούσε να μην είναι και τίποτε απο όλα αυτά. Ή τίποτα γενικά. Γιατί γενικά δεν είναι τίποτα.&lt;br /&gt;Κανείς δεν ξέρει πως φτάσαμε ώς εδώ, και κανείς δεν νοιάζεται. Γιατί το εδώ είναι απλά όπως είναι, και όλοι απλά το ζούν, μην έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνουν.&lt;br /&gt;Κι όταν το ζήσουν, όταν το νιώσουν στο πετσί τους σε όλη του την έκταση και φτάσουν πια στο σημείο να αποπειραθούν να το κατανοήσουν με όλη τη σοφία των πολλών τους χρόνων επιστρατευμένη, τότε πεθαίνουν. Τότε έρχεται η ώρα του θανάτου γιατί έτσι είναι η ζωή, τελειώνει πριν κανείς την αντιληφθεί, πριν να είναι πολύ αργά.&lt;br /&gt;Και τότε τους πετούν στην ερημιά, εκεί όπου ανήκουν. Ή στην άβυσσο των κίτρινων νερών του ποταμού. Στη λήθη της ανυπαρξίας. Και ποιός μπορεί να πεί οτι κάνουν λάθος; Όταν πεθαίνεις το αδειανό σου κορμί γίνεται μικρά κομματάκια γής και αέρια δυσοσμίας που σκορπίζει ο άνεμος. Ποιός μπορεί τότε να αποδείξει οτι υπήρξες ποτέ;&lt;br /&gt;Μόνο οι ματαιόδοξοι υπήρξαν. Μόνο εκείνοι αναγράφονται σε επιτύμβιες πλάκες, γίνονται ιστορία, γεμίζουν μουσεία και ονοματίζουν δρόμους.&lt;br /&gt;Γι’αυτό και οι λιγοστοί ανήσυχοι αυτής της πόλης έστησαν ένα μνημείο για όλους τους υπόλοιπους. Στην άκρη της πόλης πίσω απο ένα παλιό μαγειρίο με καμινάδα που βγάζει δύσοσμους καπνούς, και δίπλα σε μια σειρά κάδων απορριμάτων.&lt;br /&gt;Κι επειδή τα πράγματα έτσι είναι,  το επόμενο κιόλας πρωί το μνημείο κάηκε κι εκείνοι που το έστησαν εκτελέστηκαν, έτσι ώστε να ξεχαστούν μαζί με τη κίνηση τους, μαζί με αυτούς που τους εκτέλεσαν, μαζί με την ίδια την πράξη της λήθης. Μαζί με την θύμηση του κωλομνημείου τους, τα πτώματα τους πετάχτηκαν στην σταχτί ερημιά. Και η ζωή συνεχίστηκε, σα να μην υπήρξαν ποτέ. Μα ποτέ δεν υπήρξαν έτσι δεν είναι;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-2578277492925438214?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/2578277492925438214/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/blog-post_02.html#comment-form' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/2578277492925438214'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/2578277492925438214'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/blog-post_02.html' title='Οι νεκροί αυτής της πόλης'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6304391555071847910.post-5166401802883332032</id><published>2009-01-01T15:06:00.000-08:00</published><updated>2009-03-27T11:49:53.352-07:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='διηγήματα'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ε.Φ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='cyberpunk'/><title type='text'>Ένας τυπικός καφές</title><content type='html'>&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:worddocument&gt;   &lt;w:view&gt;Normal&lt;/w:View&gt;   &lt;w:zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:trackmoves/&gt;   &lt;w:trackformatting/&gt;   &lt;w:punctuationkerning/&gt;   &lt;w:validateagainstschemas/&gt;   &lt;w:saveifxmlinvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:ignoremixedcontent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:alwaysshowplaceholdertext&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:donotpromoteqf/&gt;   &lt;w:lidthemeother&gt;EL&lt;/w:LidThemeOther&gt;   &lt;w:lidthemeasian&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeAsian&gt;   &lt;w:lidthemecomplexscript&gt;X-NONE&lt;/w:LidThemeComplexScript&gt;   &lt;w:compatibility&gt;    &lt;w:breakwrappedtables/&gt;    &lt;w:snaptogridincell/&gt;    &lt;w:wraptextwithpunct/&gt;    &lt;w:useasianbreakrules/&gt;    &lt;w:dontgrowautofit/&gt;    &lt;w:splitpgbreakandparamark/&gt;    &lt;w:dontvertaligncellwithsp/&gt;    &lt;w:dontbreakconstrainedforcedtables/&gt;    &lt;w:dontvertalignintxbx/&gt;    &lt;w:word11kerningpairs/&gt;    &lt;w:cachedcolbalance/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;   &lt;w:browserlevel&gt;MicrosoftInternetExplorer4&lt;/w:BrowserLevel&gt;   &lt;m:mathpr&gt;    &lt;m:mathfont val="Cambria Math"&gt;    &lt;m:brkbin val="before"&gt;    &lt;m:brkbinsub val="&amp;#45;-"&gt;    &lt;m:smallfrac val="off"&gt;    &lt;m:dispdef/&gt;    &lt;m:lmargin val="0"&gt;    &lt;m:rmargin val="0"&gt;    &lt;m:defjc val="centerGroup"&gt;    &lt;m:wrapindent val="1440"&gt;    &lt;m:intlim val="subSup"&gt;    &lt;m:narylim val="undOvr"&gt;   &lt;/m:mathPr&gt;&lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:latentstyles deflockedstate="false" defunhidewhenused="true" defsemihidden="true" defqformat="false" defpriority="99" latentstylecount="267"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="0" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Normal"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="heading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="9" qformat="true" name="heading 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 7"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 8"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" name="toc 9"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="0" name="footer"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="35" qformat="true" name="caption"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="0" name="page number"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="10" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" name="Default Paragraph Font"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="11" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtitle"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="22" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Strong"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="20" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="59" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Table Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Placeholder Text"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="1" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="No Spacing"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" unhidewhenused="false" name="Revision"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="34" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="List Paragraph"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="29" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="30" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Quote"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 1"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 2"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 3"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 4"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 5"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="60" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="61" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="62" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Light Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="63" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="64" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Shading 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="65" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="66" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium List 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="67" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 1 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="68" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 2 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="69" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Medium Grid 3 Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="70" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Dark List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="71" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Shading Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="72" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful List Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="73" semihidden="false" unhidewhenused="false" name="Colorful Grid Accent 6"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="19" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="21" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Emphasis"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="31" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Subtle Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="32" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Intense Reference"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="33" semihidden="false" unhidewhenused="false" qformat="true" name="Book Title"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="37" name="Bibliography"&gt;   &lt;w:lsdexception locked="false" priority="39" qformat="true" name="TOC Heading"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;style&gt; &lt;!--  /* Font Definitions */  @font-face  {font-family:"Cambria Math";  panose-1:2 4 5 3 5 4 6 3 2 4;  mso-font-charset:1;  mso-generic-font-family:roman;  mso-font-format:other;  mso-font-pitch:variable;  mso-font-signature:0 0 0 0 0 0;}  /* Style Definitions */  p.MsoNormal, li.MsoNormal, div.MsoNormal  {mso-style-unhide:no;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  margin:0cm;  margin-bottom:.0001pt;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:12.0pt;  font-family:"Times New Roman","serif";  mso-fareast-font-family:"Times New Roman";} p.MsoFooter, li.MsoFooter, div.MsoFooter  {mso-style-unhide:no;  mso-style-link:"Footer Char";  margin:0cm;  margin-bottom:.0001pt;  mso-pagination:widow-orphan;  tab-stops:center 207.65pt right 415.3pt;  font-size:12.0pt;  font-family:"Times New Roman","serif";  mso-fareast-font-family:"Times New Roman";} span.FooterChar  {mso-style-name:"Footer Char";  mso-style-unhide:no;  mso-style-locked:yes;  mso-style-link:Footer;  mso-ansi-font-size:12.0pt;  mso-bidi-font-size:12.0pt;} .MsoChpDefault  {mso-style-type:export-only;  mso-default-props:yes;  font-size:10.0pt;  mso-ansi-font-size:10.0pt;  mso-bidi-font-size:10.0pt;} @page Section1  {size:595.3pt 841.9pt;  margin:72.0pt 89.85pt 72.0pt 89.85pt;  mso-header-margin:35.45pt;  mso-footer-margin:35.45pt;  mso-paper-source:0;} div.Section1  {page:Section1;} --&gt; &lt;/style&gt;&lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt;  /* Style Definitions */  table.MsoNormalTable  {mso-style-name:"Table Normal";  mso-tstyle-rowband-size:0;  mso-tstyle-colband-size:0;  mso-style-noshow:yes;  mso-style-priority:99;  mso-style-qformat:yes;  mso-style-parent:"";  mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;  mso-para-margin:0cm;  mso-para-margin-bottom:.0001pt;  mso-pagination:widow-orphan;  font-size:11.0pt;  font-family:"Calibri","sans-serif";  mso-ascii-font-family:Calibri;  mso-ascii-theme-font:minor-latin;  mso-fareast-font-family:"Times New Roman";  mso-fareast-theme-font:minor-fareast;  mso-hansi-font-family:Calibri;  mso-hansi-theme-font:minor-latin;  mso-bidi-font-family:"Times New Roman";  mso-bidi-theme-font:minor-bidi;} &lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Έχουμε συνθετικό Βραζιλίας, συνθετικό σοδειάς απεμπλουτισμένου ουρανίου, καφέ Υόρκης...»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η κοπέλα πίσω από το ταμείο τον κοιτούσε &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;extra&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; χαρούμενη καθώς του απαριθμούσε είδη καφέδων. Έπαιρνε &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;extra&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; χρήματα όταν οι κάμερες ασφαλείας την μαγνητοσκοπούσαν να χαμογελά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;span class="fullpost"&gt; &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Θέλω απλά έναν καφέ. Να έχει γεύση καφέ. Να μην πεθάνω αν τον πιω, και σίγουρα να μην μεταλλαχτώ σε κάτι γλοιώδες.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η κοπέλα γελά ξανά. Δεν βρήκε καθόλου αστείο αυτό που ειπώθηκε και το ξέρει και ο ίδιος. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Επίσης αν έχετε κοινωνικές ανησυχίες..», συνεχίζει απτόητη, «να σας ενημερώσω ότι όλοι οι καφέδες της &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;Tropica&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt;, για πρώτη φορά από το μαγαζί μας, έχουν τη σήμανση ΟΕΕ23 που πιστοποιεί πως δεν συμπεριλήφθηκε παιδική εργασία στην παρασκευή του...»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Εκείνος την διακόπτει.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Καφέ, μέτριο, γάλα. Ευχαριστώ.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Αυτή τη φορά τον καρφώνει με τα μάτια μισόκλειστα, σαν φιμωμένη που θέλει να σκοτώσει τον απαγωγέα της. Το χαμόγελο μόνιμα καρφιτσωμένο πάραυτα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Για εδώ;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Το εδώ ήταν το πολύβουο μέρος που απλά εκείνος έτυχε να περνάει απέξω, και διάλεξε να σκοτώσει την ώρα του εκεί μέσα. Μπροστά σε όλους.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Ναι.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Με παρέα;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Αυτό δεν το σκέφτηκε. Καμιά φορά του αρέσει να απολαμβάνει μια ωραία συζήτηση όταν δεν έχει απολύτως τίποτα να κάνει. Καμιά φορά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Χμ.. Τι έχετε;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Επιστήμονες θετικών και θεωρητικών επιστημών, καλλιτέχνες, ιερόδουλες, ανειδίκευτους, ειδικούς &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;pop&lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;lifestyle&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt;, άνδρες-γυναίκες, φυλές λευκή και ασιάτικη.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Από πολιτικές επιστήμες, γυναίκα.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Βεβαίως».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Λευκή. Όχι πάνω από 30.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η κοπέλα πληκτρολόγησε κάτι ακόμα στην ηλεκτρονική συσκευή μπροστά της, εκείνος πέρασε την Κάρτα του από τη μαγνητική συσκευή μπροστά του και κατευθύνθηκε προς ένα ήσυχο τραπέζι σε μια γωνιά. Μόλις έκατσε ξαναπέρασε την Κάρτα του στη μαγνητική τομή του τραπεζιού. Τα ηλεκτρονικά κεριά του τραπεζιού άναψαν, προσομοιώνοντας το τρεμούλιασμα της φλόγας. Η οθόνη του τραπεζιού του δείχνει πόσος χρόνος υπολείπεται μέχρι να ετοιμαστεί η παραγγελία του. Κοιτάζει έξω. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η νύχτα έχει πέσει στην πόλη, η οποία αντιστέκεται σθεναρά με χιλιάδες πινακίδες νέον, διαφημιστικά &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;laser&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; στον ουρανό, γιγαντοοθόνες στις πλατείες και με τα φανάρια των αμαξιών. Απόψε η πόλη είναι ντυμένη στα εκτυφλωτικά κόκκινα, στα κίτρινα, στα πράσινα μαζί. Στον κεντρικό δρόμο δίπλα από το παράθυρο, άνθρωποι πολύχρωμοι, άλλοι με φωτεινό &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;makeup&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; ή ηλεκτρικά μπουφάν, μερικοί γυμνοί, μερικοί χορεύουν, βρίζουν, κάνουν ναρκωτικά, δύο κάνουν σεξ. Όλοι περπατάνε, βιάζονται. Κανείς δεν θα πτοούταν ακόμα και αν συναντούσε τον θεό τον ίδιο μπροστά του. Πολλοί θα του λέγαν πως δεν υπάρχει καν, παρά μόνο σαν μια παραίσθηση, απόρροια των ναρκωτικών τους. Απ’ έξω σταματάει ένα πολεμικό ταξί κάνοντας σαματά με τις ερπύστριές του. «ΟΠΟΥ κι αν θέλετε, όταν το θέλετε» γράφει στο πλάι. Αν αναλογιστεί κανείς πως περίπου ένα 5% της πόλης βρίσκεται πάντα σε καταστάσεις εξέγερσης ή τουλάχιστον ταραχών, σε διάφορα μη προβλεπόμενα σημεία, τα πολεμικά ταξί ήταν μια έξυπνη ιδέα για ακριβές τσέπες που δεν μπορούν να καθυστερήσουν κάνοντας τον κύκλο για να φτάσουν στον προορισμό τους. Αν ο χρόνος δεν άλλαξε ποτέ σαν οντότητα, το ίδιο συνέβη και με το χρήμα, όπως και με τη μεταξύ τους σχέση: ο χρόνος είναι χρήμα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Μια ψηλή όμορφη γυναίκα τον πλησίασε. Βαρύ &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;makeup&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; πάνω σε ένα ταλαιπωρημένο πρόσωπο, αλλά τα πράσινα μάτια της παραμένουν ζωντανά, λαμπερά. Έχει μαύρα μακριά ίσια μαλλιά, με αφέλειες ξυρισμένα στο πλάι. Μέσα στη μόδα. Κορμί πρώην αθλήτριας, που τό ριξε στις καταχρήσεις αλλά κρατάει μια για πάντα την κομψή του γραμμή. Μια κομψή γραμμή που τονίζεται από το στενό πλαστικό πράσινο μπλουζάκι και τη φθηνή μαύρη φούστα από &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;pvc&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; απομίμηση δέρματος. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Του έτεινε το χέρι. «Καλησπέρα! Είμαι η Ίνα.» Χωρίς να της ανταποδώσει τη χειρονομία τής έκανε νόημα να καθίσει απέναντί του. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους και κάθισε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Δεν θα μου πεις το όνομα σου;» τον ρώτησε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Με λένε Νίκη» απάντησε εκείνος. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Ένα χαζό ρομπότ πάνω σε τέσσερις τροχούς σταμάτησε δίπλα τους και παρακάλεσε τον Νίκη να πάρει τον καφέ του από τον ενσωματωμένο στο ρομπότ δίσκο. Ο Νίκη κοίταξε λίγο στραβά το αφρισμένο κυανό υγρό στο ποτήρι και ύστερα το ακούμπησε στο τραπέζι. Το ρομπότ απομακρύνθηκε τραγουδώντας διαφημίσεις.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η κοπέλα έστρεψε ξανά την προσοχή της στον άντρα απέναντί της. Λίγο μεγαλύτερος από εκείνη. Ντυμένος στα μαύρα, κοντοκουρεμένος μελαχρινός, όχι ιδιαίτερα όμορφος αλλά γοητευτικός με έναν περίεργο, νευρικό τρόπο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Χμ.. λοιπόν χάρηκα Νίκη! Πώς ήταν η μέρα σου;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Πολύ προκατασκευασμένη ερώτηση. Του άφησε τη γεύση φαγητού που δεν έχει ανακυκλωθεί αρκετή ώρα. Προτίμησε να μην απαντήσει. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, που παραδόξως είχε αρκετά καλή γεύση. Την κοίταξε στα μάτια για λίγο. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Πώς κι αυτή η δουλίτσα; Φοιτήτρια πολιτικών επιστημών που δεν τα βγάζει εύκολα πέρα;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Ναι. Μέχρι να καταφέρω να αναρριχηθώ κοινωνικά, τα βολεύω με δουλειές του ποδαριού.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Ο Νίκη χαμογέλασε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Να αναρριχηθώ κοινωνικά. Ωραία έκφραση...» και συνέχισε σοβαρεύοντας «Είναι και κάτι άλλο όμως, δεν είναι;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Πίσω από το προφίλ του φτωχού κοριτσιού με τις φιλοδοξίες και τις σπουδές, ένα έμπειρο μάτι μπορούσε να διακρίνει τις πρώτες επιπτώσεις των σκληρών ναρκωτικών που έπινε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Τους διέκοψε η ντουντούκα ελέγχου που στρίγκλιζε από το πεζοδρόμιο απέναντι. Προειδοποιούσε τους δύο που το έκαναν ότι σε ενάμιση λεπτό η πράξη τους καθίσταται παράνομη. Κάπου γύρω θα καραδοκούσε ήδη ένα αστυνομικό απόσπασμα. Το αγόρι φάνηκε να προσπαθεί να επιταχύνει τη διαδικασία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Τι γνώμη έχεις για το σεξ;» ρώτησε την Ίνα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Το σεξ; Κοίτα, εγώ συζητώ για πολιτική. Μάλλον θα έπρεπε να είχες πάρει μια ιερόδουλη» του απάντησε ορθά κοφτά. Είχε ένα ύφος κεκαλυμμένα επιθετικό.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Μη μου πρήζεις τ’ αρχίδια &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;Ok&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt;; Μιλάω για το δημόσιο σεξ. Σαν αυτό απέναντι.» απάντησε ενοχλημένος ανάβοντας ένα τσιγάρο εκείνος. Η κοπέλα δεν έδειξε να ενοχλείται από την αθυροστομία του Νίκη. Κι εκείνος το ήξερε. Της έτεινε το πακέτο κι εκείνη δέχτηκε. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Το δημόσιο σεξ συμπεριλήφθηκε στα γεωμετρικού χρόνου παραπτώματα πριν από εφτά χρόνια. Αυτό αποτέλεσε μια πρόοδο...»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Μη με ζαλίζεις να χαρείς! Δεν θέλω τον ορισμό που θυμάσαι από τα βιβλία σου. &lt;span style=""&gt; &lt;/span&gt;Ακόμα χειρότερα όταν θυμάσαι τον ορισμό αυτό απο την περίοδο που διάβαζες τα μαθήματά σου, και δεν ψέκαζες ακόμα τη μυτούλα σου με παραισθησιογόνα. Μάλλον με ενδιαφέρουν περισσότερο οι απόψεις που έχεις διαμορφώσει μετά την είσοδό σου στον αιθέριο κόσμο του κωλοναρκωτικού. &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;Ok&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt;;». Ο Νίκη φυσούσε τον πρασινωπό καπνό στα μούτρα της όσο της μιλούσε. Στο τέλος έμεινε να τον κοιτάζει σιωπηλή με γουρλωμένα μάτια. Κανείς δεν είχε καταλάβει πως έπινε &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;gin&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; κι εκείνος τώρα το βροντοφώναζε στο μέρος που εργαζόταν! Από την αμηχανία τούς έβγαλε η επέμβαση της αστυνομίας απέξω.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Ενώ τα παιδιά μάζευαν τα παντελόνια τους, ένα απόσπασμα οχτώ μπάτσων με τα ηλεκτροφόρα γκλομπ στα χέρια κατευθύνονται προς το μέρος τους και τους φωνάζουν να μείνουν ακίνητοι. Ο ένας πάει ήρεμα να περάσει χειροπέδες στην κοπελιά. Το αγόρι τον σπρώχνει και μπαίνει μπροστά της. Τότε ένας μπάτσος του ανακοινώνει πως είναι ένοχος για αντίσταση κατά της αρχής καθώς οι άλλοι τον χτυπούν με ηλεκτροσόκ ενώ είναι πεσμένος κάτω. Το κορμί του σφαδάζει χειρότερα από ψάρι εκτός νερού. Η κοπέλα κλαίει με αναφιλητά και τρώει ένα αστραφτερό χαστούκι τη στιγμή που ο ανώτερος μπάτσος έκανε πως δεν κοιτάει. Στο τέλος ένα από τα θωρακισμένα μεταγωγικά σταματά μπροστά τους και οι μπάτσοι χώνουν μέσα το αγόρι που παραληρεί και αχνίζει, και την κοπέλα που αιμορραγεί και κλαίει. Το αυτοκίνητο φεύγει σπινιάροντας. Οι ελάχιστοι περαστικοί που σταμάτησαν για ένα λεπτό να δουν τι έγινε είχαν ήδη απομακρυνθεί για να χορέψουν, να βρίσουν, να κάνουν ναρκωτικά, να περπατήσουν βιαστικοί.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Ο Νίκη συνεχίζει από εκεί που έμεινε σαν να μην έχει υπάρξει καν διακοπή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Τώρα θα αναρωτιέσαι πού στο καλό κατάλαβα τι σόι πρεζάκι είσαι. Δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ούτε με νοιάζει κιόλας. Αλλά μη μου πουλάς και &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;political&lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;correct&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; μαλακίες από πάνω. Εγώ δε βλέπω καμιά πρόοδο. Όταν οι μπάτσοι σακατεύουν παιδιά επειδή κάνουν κάτι φυσικό, αυτό δεν είναι πρόοδος είναι βαρβαρότητα...» τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Άναψε καινούριο τσιγάρο, αυτή τη φορά γύρισε το επίπεδο του φίλτρου του σε ημι-οπιούχο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η Ίνα πήρε μια βαθιά τζούρα από το δικό της και το έσβησε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Κοίταξε.» τώρα μιλούσε ψιθυριστά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Δεν ξέρω τι ζόρι τραβάς αλλά αν ξαναφωνάξεις σαν κόπανος εδώ μέσα ότι πίνω &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;gin&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt;, το επόμενο τσιγάρο θα σβήσει στη μούρη σου. Ίσως οι μπάτσοι θα έπρεπε να είχαν σακατέψει εσένα.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Εκείνος χαμογέλασε και ακούμπησε με την πλάτη στο κάθισμα του.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Νομίζεις πως νοιάζεται κανένας;» της είπε με απλοϊκό ύφος κουνώντας τους ώμους, «νομίζεις πως έχει κανείς την όρεξη να σηκώσει το βουτηγμένο στον κουβά με τα σκατά κεφάλι του για να δώσει σε σένα την παραμικρή σημασία; Εδώ οι μπάτσοι σκοτώνουν κόσμο δίπλα στους περαστικούς, κι εκείνοι το μόνο που κάνουν είναι να τινάζονται στο πλάι περνώντας για να μην τους πετύχουν τα αίματα. Άλλοι πεθαίνουν στα σοκάκια από πείνα, ή από &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;gin&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; καλή η ώρα, και το πρωί τους μαζεύουν οι σκουπιδιάρηδες. Κανείς δε νοιάζεται για κανέναν.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Ο Νίκη θα μπορούσε με το ίδιο ύφος να εξιστορήσει θεσπέσια ένα παραμυθάκι σε ένα μικρό παιδί. Η κοπέλα τώρα έσκυψε πάνω από το τραπέζι κοντά του.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Έτσι όπως τα λες. Και να σου πω και κάτι άλλο κυνικέ μαλάκα; Ούτε εγώ νοιάζομαι! Και ακόμα χειρότερα; Ούτε καν εσύ! Με αηδιάζουν τύποι σαν εσένα! Και καλά εξοργισμένοι με το σύστημα, διαβάζουν στην εφημερίδα τους τι συμβαίνει και κάνουν την εξοργισμένη κριτική τους. Ύστερα πίνουν &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;Tropica&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; για να ‘χουν καθαρή συνείδηση. Δίνουν κάνα ημι-οπιούχο σε κάναν άστεγο. Και δίνουν κάτι παραπάνω για να στέλνουν τα σκουπίδια τους στις πεινασμένες χώρες του κόσμου. Αν έμενα εκεί θα ήμουν πολύ ευχαριστημένη από σένα ρε! Θα ευχαριστιόμουν το ανακυκλωμένο φαΐ μου. Θα ήξερα πως φτιάχτηκε από πρώτης τάξεως σκουπίδια! Σκουπίδια ενός πούστη από ανεπτυγμένη χώρα. Τέλεια! Γαμώ τις φιλανθρωπίες σας.», τώρα και η Ίνα ακούμπησε πίσω και δίπλωσε τα χέρια στο στήθος της. Τα μάτια της έδειχναν θυμό. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η ομιλούσα οθόνη του τραπεζιού τούς ενημέρωσε πως είχαν άλλα 5 λεπτά περιθώριο να κάτσουν. Και πως βέβαια μπορούσαν πάντα να πληρώσουν για ανανέωση χρόνου. Κανείς από τους δυο τους δεν της έδωσε σημασία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Ο Νίκη κοιτούσε αθώα απέξω και χαμογελούσε. Είχε ένα ταλέντο. Να εκνευρίζει ανθρώπους. Όλοι τού το έλεγαν από τότε που ήταν μικρός ακόμα. Και όχι μόνο να τους εκνευρίζει. Να τους τσαντίζει. Να τους ανάβει τα λαμπάκια, να τους κάνει να εξοργίζονται, να τον μισούν. Ποτέ δεν κατάλαβε πώς ακριβώς το κάνει. Δοκίμασε κατά καιρούς να αλλάξει το ύφος που μιλάει, να εκφέρει πιο &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;mainstream&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; απόψεις για να γίνεται αρεστός, ακόμα και να αλλάξει ντύσιμο. Τίποτα δεν λειτούργησε. Τώρα πια μετά από αρκετά χρόνια έχει μάθει να ζει μ’ αυτό. Δεν το αποδέχτηκε. Σχεδόν συμφιλιώθηκε μαζί του. Αλλά σχεδόν. Στην ουσία έχει σταματήσει να εντυπωσιάζεται. Το περιμένει. Και μερικές φορές καταφέρνει να το χρησιμοποιεί και υπέρ του. Απέναντί του είχε το καινούργιο του θύμα. Μια πόρνη συζητήσεως. Που τώρα τον κοιτούσε σχεδόν φονικά. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Κοίταξε κοπέλα μου. Δεν είπα πως εγώ νοιάζομαι. Πραγματικά δε νοιάζομαι. Μπορείς να πεθάνεις ελεύθερα. Πεθάνετε όλοι σας! Αν κάτι κατέκτησε ο πολιτισμός μας τόσα χρόνια είναι το δικαίωμα στο θάνατο. Ο καθένας μπορεί να αυτοκτονήσει όποτε και όπου θέλει αρκεί να μη λερώσει. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να σκοτώσει αρκεί να έχει καλό λόγο. Οι χωματερές ποτέ δεν θα γεμίσουν με άστεγους και &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;junkies&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; όσους κι αν ρίχνουμε εκεί. Ο θάνατος είναι παντού γύρω μας. Έχουμε συμφιλιωθεί μαζί του. Ταυτόχρονα με το θάνατο και με τη βία. Τίποτα δεν κάνει εντύπωση. Ούτε καν οι φιλανθρωπίες που λες. Και ούτε κάνω τέτοιες.» ο Νίκη έτριψε λίγο το σαγόνι του και συνέχισε με τις φλέβες στα μάτια του να φουσκώνουν, «Για την ακρίβεια στ’ αρχίδια μου και για τα παιδάκια που δουλεύουν. Αυτό δεν ήθελες να ακούσεις; Στα αρχίδια μου και για τις φτωχές χώρες. Δεν δίνω παραπάνω λεφτά για να τρώνε οι πούστηδες. Δεν τους αξίζουν ούτε τα σκουπίδια μου!».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Τώρα την είχε τσαντίσει για τα καλά. Την παρατηρούσε να παίζει τα δάχτυλά της νευρικά στο τραπέζι. Να δαγκώνει τα χείλη της. Να κοιτάει νευρικά το χρόνο στην οθόνη του τραπεζιού. Αλλά εκείνος συνέχιζε. «Τα σκουπίδια είμαστε εμείς, αυτό δεν έχεις πάρει χαμπάρι. Γάμα τη κοινωνία όμως. Εσύ ένα πρέπει να θυμάσαι. Δεν με νοιάζει τι πιστεύεις ότι είμαι. Θα σου πω εγώ ποιος είμαι. Όταν το &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;gin&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; θα σε κάνει κανονική πουτάνα, εγώ είμαι ο αηδιαστικός τύπος που θα σε γαμάει κάθε βράδυ τόσες φορές που δεν θα αισθάνεσαι το μουνί σου. Θα ‘μαι ο πρώτος που θα στο κάνει με μεγάλη μου χαρά, εκείνος που θα σε βλέπει να ξερνάς, εκείνος που θα σε δέρνει. Θα ‘μαι εκείνος που θα σου δίνει φιαλίδια &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;gin&lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt; για μια πίπα στο σοκάκι που δεν μας πιάνουν οι κάμερες ελέγχου. Θα ‘μαι ο περαστικός που θα σε κοιτάει να αδειάζεις τα φιαλίδια στη μύτη σου το ένα μετά το άλλο και να ζητάς τσιγάρο παραπατώντας. Θα ‘μαι ο οδοκαθαριστής που θα μαζέψει το πτώμα σου ένα πρωί, θα το πετάξει στο φορτηγό, και ύστερα θα το αδειάσει στη χωματερή. Από κει αν όλα πάνε καλά θα είμαι ένα από τα πεινασμένα παιδάκια που θα χορτάσουν από φαγητό φτιαγμένο από το ανακυκλωμένο σώμα σου. Αλλιώς απλά θα σε τσιμπολογήσουν τα πουλιά. Δεν ξέρω τι προτιμάς, εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Με λίγα λόγια, είμαι ένας μέσος άνθρωπος. Καληνύχτα.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Στο διάολο!»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Ο Νίκη σηκώθηκε πάντα εκνευριστικά χαμογελαστός. Σκέφτηκε στιγμιαία πως εκτός από το θάνατο, ο κόσμος τα έχει πολύ καλά και με τα χαμόγελα. Ίσως ένας χαμογελαστός θάνατος να είναι ό,τι πρέπει τελικά. Ένας θάνατος από &lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt;gin&lt;/span&gt;&lt;span style="" lang="EN-US"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style=""&gt;δηλαδή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Ήταν καλός ο καφές σας;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η κοπέλα πίσω από το ταμείο είναι υποχρεωμένη να ρωτάει τους πελάτες αν η επένδυση των χρημάτων τους απέδωσε καρπούς.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;«Όχι, ήταν ανάλατος.»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;Η κοπέλα το σημείωσε στον υπολογιστή της, κι εκείνος έφυγε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span style=""&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6304391555071847910-5166401802883332032?l=usualstories.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://usualstories.blogspot.com/feeds/5166401802883332032/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/normal-0-false-false-false-el-x-none-x_01.html#comment-form' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/5166401802883332032'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6304391555071847910/posts/default/5166401802883332032'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://usualstories.blogspot.com/2009/01/normal-0-false-false-false-el-x-none-x_01.html' title='Ένας τυπικός καφές'/><author><name>noxious</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14119858466611997619</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='25' src='http://1.bp.blogspot.com/_2ZeFDJ-D6nI/SV4Z8vgWGxI/AAAAAAAAAAM/TBXLf6_2xB4/S220/Robert-DeNiro---Taxi-Driver--B10104.jpg'/></author><thr:total>5</thr:total></entry></feed>
