Το κορίτσι έκλεισε το βιβλίο του.

Το βιβλίο έγραφε επάνω: "Μάθε με απέξω αν θες να γίνεις πλούσια."

Οι πλούσιοι καθάριζαν μάνγκο.

Τα μάνγκο μπήκαν στα καλάθια απο αφρικάνικα χέρια.

Τα χέρια έβγαλαν ρόζους απο τη δουλειά.

Η δουλειά δεν είναι για τα κορίτσια.


Κι όμως κάποιες φορές ο κόμπος φτάνει στο χτένι. Τα σχολεία είναι γεμάτα όπλα έτοιμα να τα χρησιμοποιήσουν τα παιδιά.

Οι σκοτωμοί δίνουν και παίρνουν και όλοι κάτι βγάζουν απο αυτό. Τα κινητά δε σταματούν να κτυπάνε και οι εγκέφαλοι να σοτάρονται στη φαιά τους ουσία. Σβήστε με κόκκινο γλυκό κρασί. Προσθέστε άνηθο και χοντρό πιπέρι.

Επαναλάβετε.

Επαναλάβετε.

Επαναλάβετε.


Η επανάληψη είναι η μητέρα μου.

Ενδιαφέροντο.

Ψίθυροι απασχολούν τα μυαλά των ανθρώπων.


Πόσο σεξ χρειάζεται ο μέσος άντρας;

Πόσους άντρες χρειάζεται η μέση γυναίκα;

Πόσες γυναίκες χρειάζεται μια μέση θεατρική παράσταση;

Πόσες παραστάσεις χρειάζεται ο κόσμος μας;

Πόσοι κόσμοι χρειάζονται για να χορτάσεις;

Πόσοι κόσμοι χρειάζονται για να χορτάσεις;


Συνέχεια...
Ετικέτες

Ρε μαλάκα έλεος! Είναι δυνατόν; Εκεί! Εκεί!
Δεξιά δεξιά, πάνω! Τώρα; Εκείνη η σαπουνόφουσκα! Αυτή ναι. Αργά τώρα, σα να κυνηγάς έντομο. Τη βλέπεις που ιριδίζει; Σε κατάλαβε και είναι σε ετοιμότητα, να ξέρεις. Αργά θέλει. Να μη ξεφύγει κανένα χρώμα της. Τη βλέπεις που ναι έτσι στρουμπουλή; Από τα πλάγια. Έτσι… έτσι.. πιο αργά..
Κι εκεί που πας να την αγγίξεις..

Ανοίγει η μύτη σου. Πωωωω πω τρέξε τρέξε λέρωσες ήδη τη μπλούζα σου. Βάλε βαμβάκια και μύρισε ξύδι. Το κεφάλι ψηλά. Όχι μύρισε πρώτα και μετά το βαμβάκ..

Ε ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ ΣΚΑΤΑ.

Ούτε που το καταλάβατε το προηγούμενο με το βαμβάκι και το ξύδι. Χεχεχεεχεεεχ.
Έχουμε μάθει να τα καταπίνουμε όλα αμάσητα. ΣΑ ΧΥΣΙΑ. ΓΟΥΧΟΥΥΥ! Βρίζω και πάλι, βρίσκω τον εαυτό μου. Τον χάνω κάτι φεγγάρια, σα να κυνηγάς σαπουνόφουσκες με απόχη στη ζούγκλα. Με καουμπόικο καπέλο και απ’όλα. Και στρατιωτικό παντελόνι, κουνούπια σα ρινόκερους, κρυφούς κινδύνους, ομίχλη, λάσπη, υγρασία και σαπουνόφουσκες. Χιλιάδες άγριες σαπουνόφουσκες. Ξέρει κανείς ότι για να τις πλησιάσει θα πρέπει να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του. Να ξοδέψει μερόνυχτα, μήνες, σωματική και ψυχική δύναμη. Για να βρεί, ίσως μια να γουργουρίζει με τα φώτα της ανάμεσα σε τίποτα αφιλόξενα κλαδιά. Και πλησιαζοντάς την αργά και σύμφωνα με όλους τους κανόνες, με την απόχη φορτισμένη να εκτοξεύεται σα βέλος και τη τελευταία γαμημένη στιγμή όταν σχεδόν την έχει αγγίξει…

Μια πεταλούδα στην Αθήνα χτυπάει τα φτερά της. Αμάν χιλιάδες γαλόνια, ένας στρατός από δαυτα επιτίθενται και ο ΟΗΕ να στέλνει βοήθεια με ανεμοπλάνα που κουτσουλάνε ποντικοφάρμακο και τα ποντίκια μαζεύονται από κάτω σα τις κατσαρίδες, σκοτώνουν και σκοτώνονται για να πάρουν λίγο από το δηλητήριο, άπληστοι δαίμονες με λαμπερά μάτια και σπαστά πόδια, φίλους και αδερφές κάτω από τα γαλόνια.

ΓΑΜΩ ΤΗ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ ΑΥΤΗ Η ΣΚΗΝΗ ΔΕ ΘΑ ΓΥΡΙΣΤΕΙ ΠΟΤΕ.

Τελικά οι σκηνοθέτες απηύδησαν, μαζεύτηκαν όλοι μαζί και αποφάσισαν να κάνουν μαζικές μηνύσεις σε μύτες και πεταλούδες και σε ανθρώπους σαν κι εμένα. Το θέμα πήρε διαστάσεις, σίγουρα γι’αυτό το λόγο διαβάζεις αυτό το κείμενο τώρα που σκοπός του είναι να τα ξεκαθαρίσει όλα. Και οι δύο πλευρές πάντως ζήτησαν για μάρτυρα τη σαπουνόφουσκα, τη πέτρα του σκανδάλου.

Εκείνη κρυβόταν περήφανη και όλη η αστυνομική δύναμη εκπαιδευμένη και ανεκπαίδευτη, κρυφή και φανερή, ένοχη και αθώα έψαχνε να τη βρεί. Από στενό σε στενό και από πολυκατοικία σε πολυκατοικία σήκωσαν τα πάντα στον αέρα, ανακάλυψαν το άγιο δισκοπότηρο, τη κρυψώνα του χριστούλη, τις ύαινες της αιγύπτου, και τα βλαστάρια της βαβέλ, αλλά η σαπουνόφουσκα πουθένα.

Λίγοι φιλόσοφοι ξέραν που είναι και ένας από δαυτους έτυχε να ναι ρουφιάνος και την έδωσε. Η σαπουνόφουσκα κρυβόταν στους δίδυμους πύργους της Αθήνας και έτσι έσκασαν όλοι μαζί εκεί με όπλα γεμάτα αναισθησιογόνο για τη σαπουνόφουσκα, και παραισθησιογόνο για όλους εμάς τους υπόλοιπους. Κόσμος μαζεύτηκε άρχισαν τα επεισόδια μιας και όλοι ικέτευαν για μια βολή και οι μπάτσοι δε χαλάνε χατίρια, άρχισαν να μοιράζουν παραισθήσεις στο κοσμάκη που πεινούσε για κάτι τέτοια, ώσπου η σαπουνόφουσκα εκμεταλλευόμενη την αναμπουμπούλα έκανε να πάρει πούλο αλλά ένα γατόνι ελεύθερος σκοπευτής την είδε πρώτος, στόχευσε άριστα πήρε ανάσα τράβηξε τη σκανδάλη το βελάκι έτρεξε και ακριβώς το δευτερόλεπτο που πήγε να γίνει η επαφή…

Χιλιάδες αηδόνια κελαηδούν και κόρνες ταξιδεύουν το μυαλό στα μέρη που οι ουρανοξύστες λικνίζονται σαν χαβανέζες, τα σύννεφα παίζουν συγχορδίες στη κιθάρα του σερφ και η άρπα της καυτής ασφάλτου συντονίζει το τελικό σαγηνευτικό αποτέλεσμα. Ποιος είπε κάποτε πως η ώρα δε περνάει; Πείτε του ότι είχε δίκιο μιλούσε σίγουρα για το μέρος αυτό που τα σήματα της τροχαίας γεννάνε ώριμους ανανάδες, τα ρυάκια του υπονόμου λαμπυρίζουν το μπλέ νερό του ωκεανού, οι εξατμίσεις σε χτυπούν δροσερά στο πρόσωπο, ο κόσμος περπατάει χαριτωμένα στο πλάι με γυαλιστερό κέλυφος στο κεφάλι, οι μύτες ανοίγουν, οι πεταλούδες φτερουγίζουν και οι ελεύθεροι σκοπευτές αστοχούν.

Και… και… και…

Και οι σαπουνόφουσκες δε σκάνε ρε μουνιά. ΧΑ!

«Λοιπόν να σας συστήσω. Από δώ ο άλλος μου εα.. μα! Που πήγε; Πριν ένα λεπτό εδ… Ε γαμ…»



Συνέχεια...
Ετικέτες

Ας γράψουμε λοιπόν. Και ξέρεις κάτι; Γάμα την αυτοαναφορά. Για μια φορά. Γάμα την.

Αλλά τι να γράψουμε; Τι μπορεί να γράψει κανείς σαν κι εμένα; Έχω ξεχάσει σχεδόν πώς να το κάνω. Αν το έκανα ποτέ. Όσο δε ξέρω τι να πω τόσο δε ξέρω τι να πρωτοπώ. Γελοίο; Αντίφαση. Μπερδεύτηκες; Ούτε ‘γω.

Όταν λοιπόν η νύχτα πέφτει ο καλοί γονείς κοιμούνται. Οι ξενύχτηδες ακούνε μουσική και πίνουν ουίσκι. Κλισέ; Γάμησέ τα. Οι καυλωμένοι ξεκαυλώνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Οι δουλευταράδες βγάζουν το νυχτοκάματο. Σε ποιόν αρκεί αυτό; Η ηρεμία είναι έτοιμη να σκάσει σα γαμημένη ατομική βόμβα. Κι όμως τίποτα δε γίνεται. Απλά σου μένει αυτή η γεύση στο στόμα, αυτή η αγωνία που το πρωί θα την κάνει πίκρα.

Ποιός στριφογυρνάει στο κρεβάτι του; Ας κάνει ένα βήμα εμπρός. Κούραση; Γάμησέ το ας σηκώσει απλά το χέρι. Και ώ, το ακροατήριο μετατράπηκε σε χωράφι από στάχυα. Καλά πάμε.
Ποιός κόβει βόλτες στο δωμάτιό του; Γύρω γύρω από το τραπέζι μονότονα και αυτιστικά; Ποιός έχει την αίσθηση ότι δεν έκανε τίποτα σήμερα; Τίποτα δημιουργικό, τίποτα που να του αρέσει, τίποτα που να μπορεί να τον στείλει στο κρεβάτι ήρεμο για ύπνο;

Η νύχτα είναι αλύπητη ρε μαλάκα. Τι να πώ. Κανείς δε δείχνει έλεος σε κανέναν σ’αυτή τη ζωή και η νύχτα ακολουθεί το κανόνα ακόμα περισσότερο. Μελόδραμα; Χαρτομάντηλα. Ειδικά οι καθημερινές δε παλεύονται. Ο μόνος τρόπος είναι να ψοφήσεις από την κούραση όλη τη μέρα και να πέσεις σα τούβλο ή τα αγαπημένα μας ναρκωτικά. Επανάληψη; Χαχα αυτό δε το λές στην άκρη σου όμως. Όπως και να ‘χει πάντως το γαμωαίσθημα του τίποτα σε κυνηγάει ακόμα και σ’αυτούς τους τεχνητούς και αφύσικους ύπνους. Το κρεβάτι γίνεται πίστα για καρτ. Και τ’άλλο πρωί είσαι σα ζόμπι, μηχανή της πούτσας ξανά.

Είναι όμως η ευκαιρία σου έτσι δεν είναι; Σήμερα κάνε κάτι.

Χα!
Και τώρα ήρθε η στιγμή να σας παρουσιάσω σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια το αδιέξοδο!

(Χειροκροτήματα)

Διότι:
Ποιος στο πούτσο είναι σε θέση να ισχυριστεί ότι έκανε κάτι; Εσύ; Αρχίδια. Σκέψου τον τύπο που σκότωσε τη γυναίκα του εν θερμώ με το μπαλτά επειδή την έπιασε στο κρεβάτι με το κολλητό του γιού του. Σκέψου ότι κομμάτιασε και τον κακομοίρη πιτσιρικά κολλητό του γιού του. Ας μη το γαμήσουμε και σου πω και για το γιό του. Λοιπόν αυτός ο κακομοίρης σήμερα έκανε στα σίγουρα κάτι. Αλλά το αδιέξοδο σας εγγυάται ότι είναι ο τελευταίος που θα κοιμηθεί απόψε.

Εντάξει υπάρχουνε πάντα οι χαζοί και οι μπάσταρδοι. Κλέβουν περιουσίες και κοιμούνται σα πουλάκια. Εμείς όμως δεν είμαστε σαν κι αυτούς ε; Έτσι. Αρχίδια βλάκες. Η μόνη μας διαφορά είναι στο πότε.

Δώσ’ μου την ευκαιρία και θα γίνω το μεγαλύτερο αρχίδι του πλανήτη. Πραγματικά ανυπομονώ να στο αποδείξω αυτό. Γιουχάρετε; Με βρίζετε και με φτύνετε; Στ’αρχίδια σας, μόλις το αποδείξατε για τους εαυτούς σας.

Ή μήπως κάποιοι καυλώσατε μ’αυτά που ακούσατε; Εσάς μπορεί να σας κεράσω μια μπύρα. Αλλά μη ψαρώνετε, από σας τους ίδιους τα αγοράζω φθηνά, τα γαρνίρω με λίγο υβρεολόγιο, τα περνάω με το γυαλόχαρτο και σας τα πουλάω πάλι.
Αυτοαναφορά; Ε, μια τελευταία ήταν δε γαμιέται.

Άντε καληνύχτα.


Συνέχεια...
Ετικέτες

1. Τα κόκκινα εσώρουχα

Η Ελένη είχε βουρκώσει σχεδόν. Σ’ένα κόσμο που τίποτα δεν συμβαίνει ακριβώς, μόνο παραλίγο και κατά προσέγγιση. Έτσι κι εκείνη, είχε βουρκώσει σχεδόν. Έτσι κι εκείνη είχε σκεφτεί, πως αυτό που έκανε θα ήταν όμορφο.

Έτρεχε όλη τη μέρα, βιαστικά ψώνια στη λαϊκή, μαγείρεμα, καθάρισμα. Το σπίτι έμοιαζε με εργοστάσιο όση προσπάθεια και να κατέβαλλε. Το μωρό δε σταματούσε ποτέ να κλαίει, και ήταν τόσο υποχρεωμένη στη γειτόνισσα που δεν ήθελε να της το ξαναφήσει. Κι όσο για τον Γιάννη, καθαρά ρούχα και ζεστό φαγητό ήταν απαραίτητα ως το μεσημέρι. Ένα μεσημέρι που τελευταία γινόταν βράδυ, ίσως και αργά βράδυ.

Ανάμεσα σε όλα αυτά βρήκε λίγο χρόνο, τον ξέκλεψε και πετάχτηκε μέχρι το γυναικείο πολυκατάστημα. Είχε δει ένα σετ εσωρούχων στη βιτρίνα εδώ και μερικές μέρες. Σέξυ γυναίκα. Θα μπορούσα να ‘μαι κι εγώ έτσι δεν είναι;

Ναι θα μπορούσε. Τα αγόρασε και θα τα φορούσε το βράδυ για τον Γιάννη της. Πόσο θα του άρεσαν! Ίσως έσβηναν τη μιζέρια, τη δυσαρέσκεια από το πρόσωπο του. Ίσως έδιωχναν τη μυρωδιά από αλκοόλ που τον γυρόφερνε. Στο κόσμο που τίποτα δε συμβαίνει ακριβώς, ίσως τον έφερναν λίγο πιο κοντά της. Τον έχανε καιρό τώρα. Μαζί μ’αυτόν και τον εαυτό της, και το παιδί και όλα.

Είχαν να το κάνουν δυόμιση μήνες. Είχαν να μιλήσουν πέρα από τα τυπικά ένα μήνα. Είχαν να κάνουν πολλά πράγματα, πολύ καιρό. Όλη η ιστορία κατέληγε πια σε ένα κακόγουστο αστείο.

Η Ελένη διάβασε σε ένα περιοδικό ότι τα κόκκινα εσώρουχα, με τη κυριλέ τους δόση προστυχιάς, ίσως να βοηθούσαν. Πράγματι ήταν τόσο λογικό, απόρησε που δεν το είχε σκεφτεί μόνη της τόσο καιρό. «Μια επανεφεύρεση της σεξουαλικής σας ζωής» έγραφε η συντάκτρια γεμάτη σιγουριά, «μπορεί να επανιδρύσει την οικογενειακή σας ζωή, τον ίδιο σας τον εαυτό. Και ποιος άντρας θα μπορούσε να αντισταθεί σε έναν πειρασμό σαν αυτόν;»

Θα μπορούσαν να γυρίσουν στους παλιούς καλούς καιρούς, όταν είχαν πρωτογνωριστεί. Ο Γιάννης τη πηδούσε σα σκυλί τότε, τρείς και τέσσερις φορές τη μέρα. Κάθε μέρα. Ένας έρωτας σαν αυτόν, δεν θα μπορούσε να πεθάνει έτσι για πλάκα. Μέσα σε δύο χρόνια μόνο. Ήταν χτισμένος σε γερές βάσεις, είναι αδύνατο να τον πάρει ο άνεμος. Όλοι τους έλεγαν πόσο ταιριάζουν τότε. Όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι τότε. Και η Ελένη πιο πολύ απ’όλους.

Ο γάμος, και ύστερα το μωρό, η κορύφωση. Τι άλλο να θελήσει μια γυναίκα; Έναν άντρα που την αγαπά πραγματικά, μια όμορφη οικογένεια. Τι άλλο; Το πίστευε βαθιά, ήταν πάντα σίγουρη ότι ο Γιάννης την αγαπά στ’αλήθεια. Γι’αυτό δεν αμφέβαλε ποτέ. Ακόμα και τώρα, τον τελευταίο καιρό. Απλά κουραζόταν στη δουλειά. Είχε πολύ πίεση εκεί. Εκείνη δε μπορούσε να καταλάβει. Αλλά τον συμπονούσε. Χρειαζόταν και αλλαγές. Χρειαζόταν πολλά ο Γιάννης.

Δεν θα τον άφηνε στη τύχη του τώρα που την είχε τόσο ανάγκη έτσι δεν είναι; Όχι αυτό δεν θα μπορούσε να το κάνει ποτέ. Το συζητούσε με τη φίλη της, εκείνη είχε διαφορετική άποψη. Αλλά ήταν πασιφανές, δεν μπορούσε να καταλάβει. Ο Γιάννης δεν ήταν σαν τους άλλους. Δεν έπινε και τόσο, ούτε ξενύχταγε υπερβολικά. Είχε ακούσει πολλές τέτοιες ιστορίες και ήξερε. Όχι ο Γιάννης της ήταν πολύ καλός οικογενειάρχης, και πάνω απ’όλα την αγαπούσε.

Είναι απλό, πάντοτε υπάρχουν σκαμπανεβάσματα, είναι μέσα στη ζωή αυτό το πράγμα. Σιγά, και λοιπόν; Θα το βάλουμε κάτω; Όχι βέβαια. Σαν χθες ήταν άλλωστε που τρέχαν πάνω κάτω σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια. Δεν τους χωρίζει και κανένα χάος. Μια σειρά από προσεκτικές κινήσεις θα μπορούσαν να τους φέρουν ξανά κοντά. Τα εσώρουχα θα ήταν η πρώτη και πιο σημαντική.

«Μα έχεις παραπανίσια κιλά!» να επιμένει η φίλη της. Χα, τι γελασμένη. Ο πωλητής της επιβεβαίωσε πως ίσα ίσα που τα εσώρουχα θα αναδείξουν τις καμπύλες της ακόμα περισότερο. Δεν καταλάβαινε. Αυτά τα εσώρουχα ήταν φτιαγμένα για την αφεντιά της, θα την έκαναν ξανά ποθητή, ξανά γυναίκα. Όπως εκείνη στη φωτογραφία που τα φορούσε. Τι παραπάνω είχε;

«Σταμάτα να κάνεις τον κλόουν, και πέσε να κοιμηθείς.» Ο Γιάννης σκεπάστηκε με το σεντόνι και έκλεισε το φώς.

Κι εκείνη, έμεινε ακίνητη όπως ήταν, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ακουμπώντας με το ένα χέρι στη κάσα της πόρτας της κρεβατοκάμαρας, και αφήνοντας το άλλο να αιωρείται σαγηνευτικά πάνω από το στήθος της. Με ένα ερωτικό σπάσιμο στη μέση, με ένα βλέμμα και χαμόγελο που υπόσχονταν πολλά. Φορώντας τα καινούρια της εσώρουχα, που τα πήρε μόνο γι’άυτόν.

Εκείνα που την έκαναν να μοιάζει με κλόουν.

Είχε βουρκώσει σχεδόν.

Ήταν οι πρώτες ψιχάλες.

*

2. Το πρώτο ψεγάδι του κόσμου

Οι δυο μορφές τους, σαν κέρινα ομοιώματα από μουσείο φρίκης. Με σφραγισμένες πάνω στα πρόσωπα τους τις γκριμάτσες του τρόμου. Ο Στάθης και η Ηλιάνα. Το ζευγάρι της χρονιάς. Τρίτη λυκείου, το άτομο και η μουνάρα. Το πιο ζηλευτό γκομενάκι και το αλάνι που δε του μιλά κανείς.

Όλοι το είχαν υποψιαστεί, λίγο πολύ. Ήταν ένα κοινό μυστικό. Αλλά δεν ήθελε και πολύ, άλλωστε ήταν συνέχεια μαζί. Τη φλέρταρε από την αρχή της χρονιάς, ματιές, και τυχαία αγγίγματα. Εκείνη χαμογελούσε, ανταπέδιδε. Εκείνος τη στρίμωχνε, και το παιχνίδι είχε αρχίσει. Τα πρώτα χνάρια των ερωτικών σκιρτημάτων τα βρίσκει κανείς με δυσκολία, περπατώντας στα τέσσερα ψηλαφώντας με το χέρι, ψάχνοντας με το μεγεθυντικό φακό. Αργότερα, σα νέος επιστήμονας, ανακαλύπτει μερικά μοτίβα. Μπορεί να σταθεί σιγά σιγά στα πόδια του και να περπατήσει. Η ώθηση της ανταπόκρισης, η εμπειρία και η σιγουριά, μπορούν να τον κάνουν μέχρι και να τρέξει. Όσο ανακαλύπτει κανείς αυτά τα πράγματα, ανακαλύπτει τον εαυτό του. Είναι όμορφα.

Αν όμως μετά απ’όλα αυτά, αποδειχθεί ότι ο έρωτας δεν είναι τυχαίος, ότι ο ένας είναι φτιαγμένος για τον άλλο, έστω με τα μέτρα και τα σταθμά αυτής της ηλικίας όπου τίποτα δεν είναι ακριβώς αλλά όλα περίπου, τότε…

Τότε σταματάνε όλα, ένα γιγαντιαίο pause πατιέται στο τηλεκοντρόλ του θεού και οι δύο άγγελοι χορεύουν σε ένα άγριο, κόκκινο τανγκό. Τέρμα τα χνάρια και το περπάτημα και η εξερεύνηση. Είναι η ώρα που τρως το ταίρι σου και δεν χορταίνεις. Παθιασμένος χορός, και δεν τελειώνει.

Έτσι κι εκείνοι, ερωτεύτηκαν για τα καλά, πέρναγαν γαμώ και στη πενταήμερη πηδήχτηκαν. Ήταν η πρώτη φορά και των δυο τους.

Η Ηλιάνα παρέβη τον όρκο που χε δώσει με τις φίλες της, ότι θα το κάνουν όλες πρώτη φορά στο πανεπιστήμιο. Ένιωσε πως ήταν έτοιμη, ή όχι και τόσο. Τα κορίτσια ποτέ δε νιώθουν ακριβώς έτοιμα γι’αυτό το πράγμα. Απλά το τολμάνε, άλλες νωρίτερα και άλλες αργότερα. Όπως και να χει ο έρωτας καθοδηγούσε το μυαλό της, και διόγκωνε την ερωτική της επιθυμία για εκείνον. Τον ήθελε μέσα της σε μια προσπάθεια να τον κρατήσει για πάντα εκεί.

Ο Στάθης κέρδισε το στοίχημα που χε βάλει με τους φίλους του για το ποιός θα το κάνει πρώτος. Άλλωστε ήταν αναμενόμενο, ήταν το φαβορί. Ένιωσε επιτέλους να ξαλαφρώνει από την απεριόριστη πίεση των γεννητικών του οργάνων μετά από κάθε συνεδρία με την Ηλιάνα. Και ‘ντάξει, ήταν μια ολοκλήρωση, ένα βήμα που έπρεπε να γίνει.

Από τότε, ένας καινούριος κόσμος αποκαλύφθηκε μπροστά τους. Ήταν σαν τους πρωτόπλαστους στο κήπο της εδέμ, όλα ήταν φτιαγμένα γι’αυτούς, για την ηδονή τους. Η πενταήμερη πέρασε, ύστερα χάθηκαν στις εξετάσεις, το καλοκαίρι μπήκε για τα καλά, τα σχολεία τελείωσαν για πάντα. Όλοι ήταν λίγο χαμένοι. Ένα κεφάλαιο έκλεισε και ποιος ξέρει τι θα πάρει τη θέση του. Εκείνοι ήταν ξανά μαζί όμως.

Το καλοκαίρι υπόσχεται κάθε φορά τόσα πολλά, και πάντα στο τέλος δίνει τόσο λίγα. Νιώθει κανείς ότι τον αποχαιρετά με ένα κακιασμένο χαμόγελο και με ένα κλείσιμο του ματιού, και πως ακόμα και το φθινόπωρο που έρχεται είναι θλιμμένο γι’αυτό το λόγο. Ας περιμένουμε όλοι, μπορεί του χρόνου.

Οι δυο τους όμως ήταν πολύ νέοι για να ξέρουν απ’αυτά και αυτό είναι σχεδόν πάντα καλό. Απολάμβαναν τον έρωτα τους χωρίς όρια, όπως κι εκείνο το βράδυ. Όταν ο Στάθης βγήκε από μέσα της, ζαλισμένος από τον οργασμό του και τη φιλούσε γλυκά. Κι εκείνη μεθυσμένη το ανταπέδιδε. Ώσπου παρατήρησαν ότι το προφυλακτικό τους έχει γίνει κομμάτια και πως το σπέρμα του Στάθη ήδη ταξίδευε ολοταχώς με το εξπρές για τη μήτρα της κοπέλας του.

Σαν κέρινα ομοιώματα, κάτωχροι από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος κοιτιόντουσαν για μερικά λεπτά. Εκείνη ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Εκείνος έσφιγγε τα χείλη.

«Κοίτα, θα το λύσουμε. Έχω ακούσει γι’αυτό το χάπι. Θα το βρούμε, ηρέμησε.»

Τι άλλο μπορούσε να της πεί; Ούτε και ήξερε τι της έλεγε, προσπαθούσε να την ηρεμήσει για να ηρεμήσει κι ο ίδιος.

«Στάθη τι θα κάνουμε; Τι χάπι και βλακείες, δεν έχω ξαναπάρει κάτι τέτοιο… Στάθη τι θα κάνουμε;» Τελικά έμπηξε τα κλάματα και έπεσε στην αγκαλιά του.

«Άκου θα με περιμένεις εδώ, μου το υπόσχεσαι; Θα πάω να το βρω, πρέπει.»

Σηκώθηκε απότομα, ντύθηκε βιαστικά, ήθελε να φύγει από κει μέσα.

«Βάλε κάτι πάνω σου! Βρέχει έξω!» του φώναξε εκείνη, αλλά αυτός είχε ήδη κλείσει τη πόρτα.

Έξω όντως έβρεχε.

*

3. Το χαμόγελο της αβεβαιότητας

Το χαμόγελο της αβεβαιότητας ήταν χαραγμένο στα χείλη του. Είναι μια αίσθηση περίεργη, αυτό που παίρνεις, αυτό που δίνεις. Τι αφήνεις.

Δώδεκα ώρες είχε δουλέψει σήμερα ξανά. Υπερωρίες, και ένταση, όλα για τη δουλειά. Όλα για να μην έχει παράπονο το αφεντικό. Πωλήσεις και συμφωνίες. Ανάλυση κόστους. Προγραμματισμός.

Στριφνές λέξεις, δε διαφωνεί κανείς. Αν ο Τάκης έβρισκε κάποιον που να στραβομουτσουνιάζει διαβάζοντας τες, μάλλον θα του έσπαγε τα μούτρα. «Που να το ζούσες τη μισή μέρα, κάθε μέρα ρε αρχίδι!» θα του φώναζε στο αυτί. Κάποια πράγματα χαράζονται όντως στο πετσί αυτών που τα κάνουν. Κάποια πράγματα δεν είναι απλά, άσχετα με το πώς φαίνονται. Κάποιες καταστάσεις δεν αντιμετωπίζονται με το να χαμογελάς απλά και να λες δεν πειράζει όλα θα φτιάξουν. Όχι αυτά είναι μαλακίες. Σχεδόν πάντα, σε ένα μέρος που όλα είναι σχεδόν, και κατά ένα ποσοστό, πρέπει να χύσεις αίμα για να φτιάξεις τα πράγματα. Τα γαμημένα πράγματα φτιάχνονται με κόπο και χαλάνε για πλάκα.

Ένας εργένης στα τριάντα του ζητάει μόνο να είναι καλά. Να ανέβει ψηλότερα, να σιγουρέψει αυτό που είναι. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει; Δεν είναι στην ηλικία για να παίζει πια. Είναι στο σημείο που έχει μια ζωή μπροστά του, και για πρώτη φορά τίποτα πίσω του. Τα υποστηρίγματα τελείωσαν. Ώρα να παλέψεις με τα σκυλόψαρα.

Γαμημένες μέρες που περνούσαν η μία μετά την άλλη, όλες πανομοιότυπες, όλες στη δουλειά. Τίποτα δεν τις έκανε να διαφέρουν, δεν υπήρχε ελεύθερος χρόνος παρά μόνο για ύπνο. Εδώ και πολύ καιρό τώρα. Ο λίγος χαβαλές που έκανε με τους δυο συνάδελφους στη δουλειά έκανε τη μέρα πιο υποφερτή. Οι μπύρες μετά το σχόλασμα σε κάποιο κοντινό μπαρ ήταν κάτι που έκανε μια μέρα ωραία.

Πάμε νωρίς, να μεθύσουμε νωρίς για να πάμε σπίτι να κοιμηθούμε. Αύριο δουλεύουμε ξανά. Λίγο καλή μουσική και γέλιο. Οι μπύρες κυλούν, η ένταση φεύγει. Ας πούμε για μπάλα αδέρφια. Ω ναι, ας πούμε για μπάλα. Και ύστερα για γκόμενες και γαμήσια. Φανταστικά και πραγματικά. Αν υπάρχει και λίγο πολιτική, τέλεια. Είναι ότι χρειάζεται πριν γυρίσουμε στις γκόμενες και τα γαμήσια πάλι. Αυτά είναι όμορφα πράγματα, είναι ότι πρέπει. Τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς; Τι μένει σε έναν άνθρωπο που μοχθεί; Οι μικρές χαρές είναι κολυμπήθρες με αγιασμό στις οποίες βουτά και εξιλεώνεται.

Πριν τις δώδεκα θα πούμε αντίο, ο καθένας το δρόμο του. Ο Τάκης απόψε όμως, θα ήθελε να γαμήσει. Έχει πολύ καιρό να το κάνει, και ίσως να πήγαινε με άνεση σε ένα μπουρδελάκι. Χωρίς πολύ ψάξιμο, τα καλά τα έχει σταμπάρει, η κοπέλα ανοίγει και χαμογελά. Απαγγέλει τη πραμάτεια της. Είναι μόνη, χωρίς τσατσά.

Ο Τάκης ζαλισμένος από το αλκοόλ γδύνεται και ξαπλώνει. Εκείνη έρχεται μετά από λίγο, ξαπλώνει δίπλα του, ίσως τον ρωτήσει πως τον λένε, κι εκείνος θα τη ρωτήσει το ίδιο και από ποια χώρα είναι.

Η κοπέλα τον παίρνει στο στόμα της, ταυτόχρονα του περνά προφυλακτικό, εκείνος της χαϊδεύει το κώλο και θαυμάζει το ταλέντο της.

«Θέλεις να κάνουμε εξήντα εννιά;» την ρωτάει.

Εκείνη χαμογελά λίγο.

«Αυτό γουστάρεις; Έπρεπε να μου πεις να μη βάλω αλοιφή.»

«Δεν με πειράζει.»

Θα σηκώσει το πόδι της περνώντας το από πάνω του και θα του προσφέρει το μουνί της.

Αν το μπουρδέλο είναι το βασίλειο της αυταπάτης, αιώνιο σύμβολο ενός παραπαίοντος πολιτισμού, το γλυφομούνι στη πουτάνα είναι η εθελούσια αιμοδοσία σε ένα τέρας που τρέφεται από τη προσφορά ψευδαισθήσεων. Εκείνη συνήθως δεν έχει λόγο να απολαύσει τη δουλειά της, ίσα ίσα την δυσκολεύει να συνεχίσει έτσι. Εκείνος νιώθει περισσότερο ότι το κάνει με μια κανονική γκόμενα, αν μπορούμε να χωρίσουμε τις γκόμενες σε κανονικές και σε επαγγελματίες. Επίσης κινδυνεύει να κολλήσει τίποτα.

Αλλά ποιός μπορεί να τον κατηγορήσει για κάτι; Σ’αυτό το κόσμο των συμβάσεων, ποιος δε χτίζει το δικό του γυάλινο κλουβί; Γυάλινα τούβλα οι ψευδαισθήσεις, μία προς μία. Ζούμε για κάτι τέτοια. Ζούμε για αυτά. Αν ο κόσμος ήξερε τι είναι στ’αλήθεια τα ναρκωτικά θα έπεφταν όλοι με τα μούτρα. Όλοι, το εκατό τοις εκατό. Θα έγραφαν στα αρχίδια τους τις δουλειές και τα πράγματα που τέλος πάντων πρέπει να γίνουν, και θα έπεφταν σε αυτό που τελικά είναι το μόνο που μπορεί να τους δώσει ότι τους υποσχέθηκε. Ναρκωτικά αδέρφια.

Την πήδηξε, ιεραποστολικά, και στα τέσσερα όπου και τελείωσε. Ξάπλωσε λιγάκι ξέπνοος δίπλα της και το χαμόγελο της αβεβαιότητας ήταν χαραγμένο στα χείλη του. Είναι μια αίσθηση περίεργη. Θα ‘πρεπε να ‘μαι χαρούμενος γι’αυτό που πήρα τώρα; Η αναζωογόνηση και η εκτόνωση του σεξ. Και η αβεβαιότητα, πως πήρα, τι έδωσα, τι αφήνω πίσω , δε μου φτάνει αυτό, δεν μου κάνει. Πράγματα που ένας άντρας μπορεί να σκεφτεί λογικά, μόνο αφότου ξαλαφρώσει τους όρχεις του.

Την αγκάλιασε.

«Ωωω! Τι γλυκό παιδί! Πρέπει να φύγω μωρό μου με περιμένουν. Φιλιά.» Εκείνη τον άφησε και πήγε στο δίπλα δωμάτιο.

Δεν τον κράτησε ούτε δύο δευτερόλεπτα.

Ντύθηκε, αργά, με βαριές κινήσεις. Βγήκε απ’το δωμάτιο, κι έπεσε πάνω στις φάτσες αυτών που περίμεναν να δουν τη πουτάνα. Πάντα τον μιζέριαζε αυτή η εικόνα.

Βγήκε στο δρόμο. Έβρεχε. Πρέπει να ‘χε βρέξει καταρρακτωδώς όσο ήταν μέσα, χοντρά ρυάκια κύλαγαν στην άκρη του πεζοδρομίου. Κουβάλαγαν στη πλάτη τους κουτάκια αναψυκτικών, λιωμένα χαρτιά, αποτσίγαρα. Τώρα η βροχή είχε κοπάσει.

Εκείνος κοίταξε ψηλά.

Τι όμορφη βροχή.


Συνέχεια...
Ετικέτες ,

Στη πόλη.

Κι έτσι μια μέρα, ο Γιώργος μπήκε μέσα. Ήταν λιώμα στα e πάλι, σάλια τρέχανε στο πηγούνι του. Κρατούσε το τουφέκι του όπως συνήθιζε, στο αριστερό χέρι από τη μέση του όπλου με τον παράμεσο στη σκανδάλη. Μπροστά ήμασταν οι στάνταρ: η Παιανία, η Όλγα κι εγώ. Τα κορίτσια κατάλαβαν με τη μια τι πρόκειται να συμβεί και πήδηξαν πίσω από πάγκους και τραπέζια να καλυφθούν. Ο Γιώργος τότε άρχισε να πυροβολεί προς το μέρος τους στα τυφλά. Οι σφαίρες έπεφταν καταιγιστικά κι εγώ να χω μείνει παγωμένος. Αν έκανα κάτι να τον σταματήσω, ίσως να σκότωνε κι εμένα. Μετά από μερικά λεπτά σταμάτησε από μόνος του. Ακούμπησε το όπλο στην άκρη. Λίμνες αίματος έρχονταν προς το μέρος μας.

«Ρόναλντ, φέρε μερικές πετσέτες και μάζεψε εδώ» μου είπε. «Και μια χούφτα e» πρόσθεσε. Η αδρεναλίνη είναι εχθρός του πυρετού, η αληθινή αδρεναλίνη.

Δε ξέρω τι ακριβώς ήθελε να πετύχει εκείνη τη μέρα, φαντάζομαι πάντως πως έστω και από καθαρή τύχη το πέτυχε. Οι δύο κοπέλες ήταν κολλητές φίλες εδώ και πολλά χρόνια. Τις είχαμε μαζί μας τόσο καιρό που σχεδόν είχαν γίνει συνέταιροι στην επιχείρηση. Ο Γιώργος τις είχε μαζέψει από το δρόμο σε μια από τις άπειρες εξορμήσεις του στα στενά. Αγάπησε την Παιανία κι εκείνη αυτόν σχεδόν από τους πρώτους μήνες. Η Όλγα ήταν πολύ φίλη της και έτσι την πήρε κι εκείνη μαζί. Αναγκαστικά την γαμούσε πότε πότε κι αυτήν. Μάλιστα άφηνε κι εμένα να το κάνω.

Όλοι στη γύρα ξέραν ότι τελευταία ο Γιώργος δε τη παλεύει και πολύ. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς το γιατί, μάλλον ούτε και ο ίδιος. Μια μέρα άραζα στο στενό μας καπνίζοντας κάτι σκατά όταν ένα βαποράκι από τα τελειωμένα πετάχτηκε μέσα από τα σκοτάδια.

«Φίλε ο δικός σου δε τη παλεύει» μου είπε. Φαινόταν μόνο το ασπράδι των ματιών του. Κι αυτό ελάχιστα.

«Μπορώ να ψωνίσω από σένα;».

Πέταξα το τσιγάρο μου.

«Τι θέλεις και πόσο;»

«Θέλω 1000 e και μισό κιλό απ’τα σκατά που κάπνιζες.»

«Τι έγινε άνοιξαν οι δουλειές; Πολλά δεν είναι για σένα;»

«Ψωνίζω και γι’άλλους. Που δε σε ξέρουν όσο καλά ξέρουν εμένα.»

Αυτό ήταν ανησυχητικό.

«Είστε πολλοί που δε πάτε στο Γιώργο πλέον έ;»

«Δεν την παλεύει man. Στο είπα.»

Παρόλαυτα όλοι φερόμασταν φυσιολογικά απέναντι του. Γυρνούσε σαν φάντασμα με τα μάτια κόκκινα από το πυρετό. Πολλές φορές κι εγώ το ίδιο.

Αυτό που κατάφερε ήταν να στείλει και τις δύο κοπέλες στην εντατική. Η Όλγα πέθανε μετά από δυο μέρες. Η Παιανία έγινε καλά. Μετά από 4 μήνες ήταν πάλι κοντά μας. Τίποτα δε μαρτυρούσε την περιπέτεια αυτή πέρα από μια ουλή κάτω από το δεξί ζυγωματικό και ένα ελαφρύ στραβοπάτημα, που θα μπορούσε να ναι και από τον πυρετό. Και κάτι άλλο.

Η Παιανία ήρθε αλλαγμένη σε μας, κυρίως από μέσα. Δε μίλαγε πια, είχε ένα άδειο βλέμμα. Δεν έλεγε αστεία ούτε έτρεχε πάνω κάτω όπως παλιά. Ο Γιώργος παρόλαυτα άρχισε να φαίνεται λίγο καλύτερα. Ίσως έτσι να την ήθελε πάντα. Ίσως χαιρόταν που την έφτιαξε τελικά όπως την ήθελε. Ποιος ξέρει.

Ξανάρχισε να αράζει στο στενό μας μαζί μου, λιώμα όπως πάντα. Οι ελάχιστοι περαστικοί, όλοι πελάτες μας, ξανάρχισαν να τον εμπιστεύονται. Πλησίαζαν σα φαντάσματα περπατώντας αργά ανάμεσα στην ομίχλη του δρόμου. Μαύρες φιγούρες που ζητούσαν λίγη συγκίνηση. Για μια στιγμή πίστεψα πως γυρίσαμε πίσω στις καλές εποχές. Μέχρι που ένα βράδυ, μια από τις μαύρες φιγούρες περπατούσε πιο γρήγορα, ήχοι από τακούνια τη προπόρευαν και δεν φαινόταν να έρχεται προς εμάς. Η Παιανία. Πέρασε μπροστά από το Γιώργο. Εκείνος την άρπαξε από το μπράτσο και τη γύρισε προς το μέρος του.

«Πάς να ξεφορτωθείς τον πυρετό σου;» Την ρώτησε.

«Εκτιμώ τον πυρετό μου.» Απάντησε εκείνη. Δεν θυμάμαι πολύ καλά αλλά ίσως να ήταν και η πρώτη φορά που την άκουγα μετά το συμβάν.

«Εγώ μισώ τον δικό μου. Και των δυο μας.»

Την φίλησε κι εκείνη ανταποκρίθηκε με πάθος. Έτσι έκανε πάντα, ποτέ της δεν του είχε αρνηθεί φιλί.

Την άφησε.

Πολλές φορές ερχόταν και καθόταν μαζί μας. Ήταν ωραία άλλωστε στο στενό μας. Αυτή τη φορά όμως καταλάβαμε αμέσως, πως θα έφευγε.

Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον Γιώργο να δακρύζει.

Δεν βγήκε από το σπίτι για την επόμενη βδομάδα. Νόμιζα πως θα πεθάνει από τα e. Ο πυρετός τον είχε κάνει σχεδόν φυτό. Ήταν όλη μέρα στο κρεβάτι, κατέβαζε άπειρες ποσότητες από δαύτα και τα χρώματα της TV φώτιζαν το τσακισμένο πρόσωπο του. Το κούφιο του βλέμμα.

Δε μπορούσα να τον βλέπω άλλο έτσι, οπότε αποφάσισα να ψάξω. Ρωτώντας μερικούς ανθρώπους κλειδιά καθώς και άσχετα με τη φάση, δικά μου κονέ έμαθα την πικρή αλήθεια. Η Παιανία δεν ήταν πια όπως την ξέραμε. Είχε κλειστεί πάρα πολύ στον εαυτό της. Τόσο που η προσωπικότητα της είχε αρχίσει να συρρικνώνεται. Εκείνη άλλαζε και μίκραινε στην χώρα των συμβόλων. Είχε πάρει τόσα πολλά φάρμακα και ίσως να έφταιγαν κι αυτά δε ξέρω. Είχε αρχίσει να γίνεται ένα Π, ένα μεγάλο γράμμα.

Μια μέρα έδεσε στο λαιμό της ένα σκοινί και στην άλλη άκρη ένα μεγάλο μετεωρολογικό μπαλόνι. Θεωρούσε πως θα ‘ταν ένας σπουδαίος τρόπος να πεθάνεις και το πτώμα σου να γίνει θέαμα για όλους κι όμως κανείς να μη μπορεί να το φτάσει. Αλλά απέτυχε ή ίσως αυτό όντως να θελε στα αλήθεια, μ’αυτή τη κοπέλα δε μπορούσες ποτέ να ξέρεις. Δεν πέθανε, αντ’αυτού έγινε όντως ένα Π και ταξίδευε. Έφευγε με τους αέρηδες μακριά.

Όταν το είπα στο Γιώργο. Εκείνος για μια στιγμή πήρε τα μάτια από την TV και τα ‘ριξε γουρλωμένα πάνω μου. Αμέσως μετά έπεσε σαν νεκρός στο πλάι και κοιμήθηκε ώρες πολλές.

Όταν ξύπνησε φόρτωσε μερικές προμήθειες, και κάτι υπολογιστικά συστήματα στο άλογο του.

«Πάω να τη βρω. Εσύ κάτσε εδώ να προσέχεις τη δουλειά» μου είπε και χάθηκε καλπάζοντας.

Τι θα ‘πρεπε να κάνω τώρα; Πως περιπλέχθηκαν έτσι τα πράματα ήθελα να ήξερα. Έκατσα κι εγώ δυο μέρες να σκεφτώ. Αποφάσισα να τον ακολουθήσω για το καλό του. Έτσι έμαθα και τη συνέχεια της ιστορίας του.


Στη φύση.

Είχε φορτώσει ένα πανάκριβο ηλεκτρονικό γεμιστήρα στο τουφέκι του. Πρακτικά είχε άπειρες σφαίρες. Στην αρχή ήταν εύκολο να τον ακολουθώ. Συχνά πυκνά τρελαινόταν και σκότωνε ότι συναντούσε στο διάβα του. Ξεκλήριζε ολόκληρα χωριά σαν δαίμονας. Πάντα ερχόμουν δεύτερος μιας κι εγώ πήγαινα πεζός. Το σημαντικότερο μου όμως πρόβλημα ήταν να ακολουθώ την πορεία του. Εννοείται πως δεν σήκωνε το τηλέφωνό του ούτε απάνταγε στην αλληλογραφία του. Το πιο πιθανό θα ‘ταν να χει πετάξει και τις δυο συσκευές μακριά.

Έτσι μου μένε να διαβάζω στα νέα την καταστροφή που προκάλεσε σε κάποιο μέρος και να ρωτήσω τους επιζήσαντες προς τα πού πήγε. Αλλά κάποια στιγμή σταμάτησε να το κάνει κι αυτό. Φαίνεται πως η οργή του ξεθύμανε. Ποιος ξέρει.

Ο Γιώργος πάντως έμπαινε όλο και πιο βαθιά στην άγρια φύση της ηπείρου. Κανείς από τους δυο μας δεν ήταν εξοικειωμένος μ’αυτό. Δεν ξέρω πως θα την πάλευε. Είχε μαρκάρει το Π στο σύστημα του, και προσπαθούσε να προβλέψει τη πορεία του, να βρεθεί μπροστά του. Μελετούσε τους ανέμους και κινούταν με βάση αυτούς. Η ίδια η φύση, ή ίσως η τύχη τον έσπρωχναν όλο και πιο μακριά, προς τα άγνωστα σύνορα της ηπείρου. Μπορεί και να ‘ταν η θέληση του Π να πάει προς τα κει.

Σχεδόν ένας χρόνος είχε περάσει και ο Γιώργος ακόμα ταξίδευε. Το άλογο του ακούραστο τον κουβαλούσε σε μια κλειστή από βουνά περιοχή και άπειρους λόφους στο κέντρο. Τους ανεβοκατέβαινε υπομονετικά μιας και δεν υπήρχε τρόπος να κόψει δρόμο και ούτε το θελε. Προσπαθούσε να ναι πάντα στην ευθεία που θα τον διασταύρωνε με το μπαλόνι.

Είχε φτάσει τόσο μακριά, που είχε στην ουσία μπει μέσα στον πόλεμο δύο ξένων χωρών. Η περιοχή μύριζε έντονα καμένο αρκετά χιλιόμετρα τώρα και όσο πλησίαζε ο Γιώργος άκουγε πολύ δυνατά μπουμπουνητά σαν αστραπές. Κανείς στρατιώτης δεν τον σταμάτησε. Μάλλον ερχόταν από τη μεριά της χώρας που έχανε.

Όλοι μάθαιναν γι’αυτό από τα νέα, και να τώρα που ο Γιώργος το έβλεπε με τα μάτια του. Στο τελευταίο λόφο που ανέβηκε είχε μπροστά του πια μεγαλόπρεπο το θέατρο του πολέμου. Οι βόρειοι είχαν νικήσει ξανά. Στην άκρη της μικρής πόλης ακόμα μαίνονταν μικροσυγκρούσεις. Ακόμα πιο δίπλα έβλεπε μερικά πετσοκομμένα στρατεύματα να υποχωρούν.

Από την άλλη ο νικηφόρος στρατός είχε ήδη προελάσει μέσα στην πόλη. Οι βόρειοι είχαν βάλει μπροστά τα μηχανήματα. Είχαν μπουλντόζες, θεόρατα οχήματα που έφταναν πραγματικά ως τον ουρανό. Μ’αυτά ξεθεμελίωναν τα κτίρια και τα έπαιρναν όπως ήταν μαζί τους. Τα φυτεύανε ύστερα στις δικές τους πόλεις σαν δεντράκια.

«Ακόμα και ο δικός σας πόλεμος κάποτε τελειώνει» μονολόγησε ο Γιώργος και γύρισε το βλέμμα του προς τη κατεύθυνση που θα ‘πρεπε να ναι το Π του. Ευτυχώς θα περνούσε έξω από την πόλη. Σπιρούνισε το άλογο του και συνέχισε.

*

Είχε περάσει πια ένας χρόνος και μερικοί μήνες. Ο Γιώργος προχωρούσε ακάθεκτος κι εγώ ακόμη τον ακολουθούσα ασθμαίνοντας. Είχα αρχίσει να κουράζομαι. Στο τελευταίο χωριό που ρώτησα μια κυρία μεγάλη σε ηλικία μου απάντησε: «Οι θεοί να μας φυλάνε από τους δαίμονες και απ’όσους τους αναζητούν!» Είχε τον τρόμο στα μάτια της και μου κλείσε τη πόρτα κατάμουτρα.

Μάλλον είχα χάσει την επαφή. Δεν είχα ιδέα που μπορεί να ήταν και σίγουρα ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από μένα. Εδώ και μήνες ακολουθούσα στα τυφλά μια πορεία που εκείνος είχε χαράξει πριν μισό χρόνο. Το πείσμα μου δε θα μου βγαίνε σε καλό.

Εκείνη τη περίοδο ο Γιώργος είχε φτάσει στη τελευταία χώρα της ηπείρου μας στα βορειοανατολικά. Μετά από τη πρωτεύουσα της εκτεινόταν μια μικρή λωρίδα θάλασσας που θα ‘λεγε κανείς ότι χώριζε την ξηρά του πλανήτη στα δύο.

Ο Γιώργος κινούταν νωχελικά προς τη πρωτεύουσα έχοντας μάλλον παραδεχτεί την ήττα του. Ήταν μισοάρρωστος και πεινασμένος. Είχε τραβήξει τόσα πολλά και δεν είχε κερδίσει τίποτα. Γνώριζε πως αν το μπαλόνι διέσχιζε τη θάλασσα δε θα μπορούσε να κάνει πολλά. Όλος ο κόσμος όμως ήξερε ότι θα προσπαθούσε.

Όταν έφτασα τελικά εκεί, ο νεαρός που ρώτησα έμενε στην άκρη της πόλης σε έναν συνοικισμό που θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις και χωριουδάκι. Μου χαμογέλασε πλατιά και μου έδειξε τον πύργο της πόλης που τον διέκρινες από πολύ πολύ μακριά και η κορφή του χανόταν στα σύννεφα.

«Εκεί!» μου είπε ενθουσιασμένος. Προσπαθούσα να καταλάβω αν ήταν όντως στην ηλικία για να θυμάται τι έχει συμβεί.


Στη πόλη ξανά.

Ο Γιώργος χάζευε κι εκείνος τον πύργο μπαίνοντας στην πόλη. Πρώτη φορά έβλεπε κάτι τέτοιο και ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο. Ήταν ένας πανέμορφος ουρανοξύστης που άγγιζε τα σύννεφα. Ήταν πλατύς όσο τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα, μα όχι υπερβολικός. Δεν είχε γωνίες όπου δεν ήταν απαραίτητο και ούτε τσιμέντο αν δεν ήταν επιτακτικό. Ήταν σαν κρυστάλλινο ποτήρι.

Εντελώς ασυναίσθητα ο Γιώργος κατέγραψε τον πύργο στο Pc του. Σαν αξιοθέατο. Αλλά το pc άρχισε να σφυράει και να αναβοσβήνει. Το κοίταξε με γουρλωμένα μάτια για να πληροφορηθεί ότι το μπαλόνι του θα πέρναγε ξυστά από τη κορφή του πύργου σε λιγότερο από μισή ώρα.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΡΓΚΧ!» φώναξε με οργή και ηδονή. Έμοιαζε με τον παλιό καλό αυτόν άνθρωπο που όλοι ξέραμε. Σπιρούνισε το άλογο του και σχεδόν ξάπλωσε πάνω στη χαίτη του. Τώρα θα υπερπηδούσε όλα τα εμπόδια, τον αέρα τα αμάξια και τους ανθρώπους.

Η μεγαλούπολη κινούταν στους ρυθμούς της. Είχε τις μυρωδιές της: γρήγορο νόστιμο φαγητό και πόρνες. Δεν είχε βραδιάσει ακόμα, αλλά οι ευκαιρίες ήταν εκεί, περίμεναν. Οι εργαζόμενοι σχόλασαν και κόλλησαν στη κίνηση, οι έφηβοι ακούνε δυνατά μουσική και οι γυναίκες σκέφτονταν πως πρέπει να κάνουν αποτρίχωση όταν με ένα εκκωφαντικό κρότο ένα πόδι αλόγου τους έσπαγε το παρμπρίζ ή τα μούτρα στη χειρότερη.

Αυτός ο τρελός από έρωτα άνθρωπος πηδούσε πάνω από φανάρια και κιόσκια με σάντουιτς. Θα έκανε ξανά κακό στον κόσμο, ξανά για καλό σκοπό. Ταξίδευε σαν τον άνεμο προς το κέντρο της πόλης και κανείς δε προλάβαινε να τον δει. Το άλογο του πέρναγε μέσα από τραπέζια και τηλεφωνικούς θαλάμους ανενόχλητο. Έκανε τόσο θόρυβο με τις οπλές του που δε μπορούσε να μιλήσεις. Άφηνε στην άσφαλτο καυτά τα αποτυπώματα του.

Ώσπου έφτασαν στον πύργο. Τον προσέγγισαν από τη πίσω πλευρά, εκείνος με ένα πυροβολισμό άνοιξε τη κλειδαριά και το άτι του κατεδάφισε την πόρτα. Έκανε ένα δυο γύρους. Κανένα από τα πολλαπλά γυάλινα εξωτερικά ασανσέρ δεν ήταν στο ισόγειο.

«Γαμώ τη πουτάνα μου!» ούρλιαξε οργισμένος. Ο χρόνος τον πίεζε ασφυκτικά. Πήρε το πιστό του άλογο και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες μ’αυτό. Έτρεχαν και έτρεχαν και το κτήριο στριφογυρνούσε καθώς εκείνοι ακίνητοι έτρεχαν. Το κτήριο στριφογυρνούσε και κατέβαινε, ο χρόνος κύλαγε ενάντια τους και εκείνοι έτρεχαν όσο μπορούσαν. Ο Γιώργος είχε γίνει μούσκεμα από τον ιδρώτα. Είχε σφιχτεί τόσο πολύ πάνω στον παλιόφιλο του που ήταν σα να είχαν γίνει ένα. Σα να τρέχανε μαζί ανέκαθεν. Ίδρωνε και βούρκωνε, ήξερε πως δε θα πρόφταιναν. Είχαν πολύ δρόμο ακόμα.

Σε έναν όροφο ο αναβάτης με το άλογο του μπήκαν από τις σκάλες τη στιγμή που το ασανσέρ άνοιγε τις πύλες του. Δεν μπορούσε να πιστέψει στην ανέλπιστη τύχη του. Παίρνοντας φόρα όρμησε μέσα στο ασανσέρ.

«Όλοι έξω! ΤΩΡΑ!»

Πυροβόλησε μερικές φορές στον αέρα και ο κόσμος άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Μια σφαίρα εξοστρακίστηκε και βρήκε έναν άντρα στο πόδι. Ο Γιώργος μπήκε μέσα πάτησε τον τελευταίο όροφο, οι άνθρωποι τον κοιτούσαν έντρομοι, βρόμικο και λαχανιασμένο ώσπου οι πόρτες τον έκρυψαν.

Το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει. Γρήγορα και πιο γρήγορα. Ο Γιώργος είχε γυρίσει με το άλογο του και κοίταζαν έξω. Σκύβοντας.. μπορούσε να διακρίνει το μπαλόνι! Ερχόταν γοργά προς το μέρος τους, πολύ πιο ψηλά. Το Π του…. Πόσο καιρό περίμενε..

Το καμπανάκι του ασανσέρ τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Κάποιος το χε σταματήσει. Ο Γιώργος γύρισε απότομα προς τη πόρτα. Δε μπορούσε να το πιστέψει αυτό, δεν ήταν δυνατόν. Η οργή κόντευε να σπάσει τη καρδιά του σε χίλια κομμάτια.

«Όποιος πούστης είναι θα τον σκοτώσω!» Φώναξε αφρίζοντας. Οι λέξεις δεν έβγαιναν ορθά από τα χείλη του. Ήταν σε κατάσταση αμόκ.

Η πόρτα άνοιξε, κι εκείνος σήκωσε το όπλο του γρυλίζοντας. Ένα ξανθό αγοράκι με γυαλάκια περίμενε υπομονετικά. Δεν θα ‘ταν πάνω από πέντε ετών.

«Αααργκχ… Γαμώ το θεό σου!» του φώναξε ο Γιώργος και πάτησε το κουμπί να φύγει, γυρίζοντας με το άλογο του προς το μπαλόνι ξανά.

Ένα δευτερόλεπτο μετά γυρίζει το κεφάλι του για να δει το παιδάκι να χει ακουμπήσει το φωτοκύτταρο με το χέρι του. Η πόρτα δεν έκλεινε και το ασανσέρ δε ξεκίναγε.

Η πρώτη σφαίρα το βρήκε στο μέτωπο και η δεύτερη στο αριστερό μάτι μέσα από το γυαλί. Το κορμάκι του πετάχτηκε δεκάδες μέτρα πίσω. Και τα δευτερόλεπτα πλέον ήταν λίγα.

Το ασανσέρ σταμάτησε έναν όροφο πριν την ταράτσα. Ο Γιώργος πετάχτηκε έξω σαν σίφουνας και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Με μια τελευταία ματιά πίσω του, είδε το Π να περνάει, έξω από το ασανσέρ. Δε θα προλάβαινε ποτέ γαμώ τους θεούς!

Με μια απότομη σπιρουνιά φρέναρε το άλογο του. Έκανε μεταβολή και το σπιρούνισε προς το ασανσέρ. Έτρεχε με όλη τη δυνατή του ταχύτητα.

«Πάμε! Πάμε!» φώναζε μόνος του. Πυροβόλησε τα τζάμια και τίποτα δεν τους χώριζε πια από το κενό. Με ένα γιγάντιο άλμα ήταν πια έξω και όλα εκτυλίσσονταν σαν σε αργή κίνηση. Ο Γιώργος αφήνει το άλογο και τεντώνει το χέρι του στο Π. Για ελάχιστα εκατοστά δεν το φτάνει, και η βαρύτητα αρχίζει να τον τραβάει. Ενώ φεύγει πυροβολεί το μπαλόνι, και το Π τον ακολουθεί τώρα. Πέφτει μαλακά στην αγκαλιά του.

Χωρίς να ξεχάσει στιγμή το πιστό του άλογο αρκετά μέτρα κάτω από αυτόν γυρνάει και το πυροβολεί στο κεφάλι. Δεν θα το άφηνε ποτέ να υποφέρει κι ας ήταν κατά 80% από μηχανές.

Αφού ασφάλισε το Π στην ζώνη του, πέταξε το παλτό του και με δυο κινήσεις άνοιξε από τη πλάτη του το στατικό αλεξίπτωτο του. Λεπτά σίδερα και σύρματα ξεκινούσαν από τη πλάτη του για να καταλήξουν στο πανί. Δεν κινούταν, ήταν σαν μια τέντα κολλημένη πάνω του, που τον κρατούσε βιδωμένο στον ουρανό. Θα αργούσαν πολύ ακόμη να πέσουν.

*

Μια άλλη εκδοχή αυτής της ιστορίας λέει πως όντως ο Γιώργος πήδηξε να πιάσει το Π κι έχασε το άλογο του, αλλά αυτό το έκανε από τη κορυφή ενός βουνού. Και πως ακριβώς από κάτω υπήρχε μια βαθιά χαράδρα κι έπεσε μαλακά στον πάτο της. Και πως εκεί πέρασε τη πρώτη νύχτα του με το Π.

Δεν ξέρω ποια αληθεύει και υποπτεύομαι πως θα χω ακούσει κι άλλες, αλλά θα ‘μουν τόσο λιώμα από τα σκατά που καπνίζω που ούτε καν τις θυμάμαι. Όπως και να χει όταν προσγειώθηκαν ο Γιώργος αποσύνδεσε το αλεξίπτωτο του από τη πλάτη του και με μερικά κλικ το μετέτρεψε σε σκηνή. Την έστησε στη ρίζα ενός δέντρου στην άκρη της κοίτης του φαραγγιού. Μέσα έστρωσε δυο κουβέρτες, μια γι’αυτόν και μια για το αγαπημένο του Π. Ξάπλωσε και το έβαλε δίπλα του καθώς το σκοτάδι έπεφτε.


Στη φύση ξανά.

Ήταν νύχτα πια. Έξω στη φύση, είναι οι ώρες που όλα τα μαγικά και αφύσικα συμβαίνουν. Ξαπλωμένος στο πλάι, θαύμαζε το Π. Ήταν βαθύ κόκκινο με επίχρυσες λεπτομέρειες, αυτοκρατορικό στο σκοτάδι και ανέμελο στον ήλιο. Ήταν το πλήρωμα αυτού του άντρα.

Ήταν η ώρα που το Π..

Η Π.

Η αγαπημένη του Π πια..

Ερχόταν ξανά στη ζωή, και το γράμμα που είναι ένα σύμβολο γινόταν στ’αλήθεια αυτό που συμβόλιζε. Και πως περίμενε εκείνη τη στιγμή ο Γιώργος. Η γυναίκα που αγάπησε, καταραμένη σαν κι αυτόν, επειδή τον άφησε να περιπλανιέται δε μπορούσε να φύγει και ούτε έπρεπε. Πόσο την αγαπούσε.. Την είχε δίπλα του ξανά και δεν πίστευε ότι μπορούσε να αγαπήσει τόσο.

Ήταν αλήθεια τόσο όμορφη. Τα μακριά ίσια μαύρα της μαλλιά, σαν ποτάμι σκοτεινό μέσα στο οποίο επέπλεε η ολόλευκη μορφή της. Το πρόσωπο της τόσο αγγελικό, σε καμιά περίπτωση δεν το θεωρούσε κανείς ικανό να προξενήσει τόσο πόνο. Μα πάνω απ’όλα το άρωμά της. Αυτό το άρωμα… δεν υπήρχε προηγούμενο του σ’αυτό τον κόσμο. Δεν ήταν αέρινο, δεν ήταν άρωμα λουλουδιών όχι. Ήταν κάτι άλλο πολύ πιο γήινο, πολύ πιο ερωτικό. Σαν καλομαγειρεμένο φαγητό της μητέρας, σαν φρεσκοσκαμμένο εύφορο χώμα, λες και κάποιος θεός του έρωτα να είχε φιλήσει αυτό το κορίτσι στο μέτωπο. Έκανε το Γιώργο να θέλει να φιλάει κάθε πόρο του δέρματος της. Να θέλει να γευτεί κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Ίδρωνε και ο ιδρώτας της ήταν καθάριος, κρυστάλλινος. Ξάπλωναν δίπλα δίπλα και η πλάτη της ήταν κάθε φορά μια ανεξερεύνητη χώρα για κείνον. Παραμέριζε τα μαλλιά της για να της δώσει το χάδι του με τις ώρες.

Έτσι και τώρα, δεν χρειάστηκε να μιλήσουν, και έκαναν αυτό για το οποίο πλάστηκαν. Είχαν τον δικό τους πυρετό να ανακαλύψουν για άλλη μια φορά.

Ήταν τέλη καλοκαιριού.

*

Το άλλο πρωί ο Γιώργος βρήκε τον εαυτό του να κοιμάται αγκαλιά με τη Π ξανά. Οπότε και κατάλαβε πως θα πήγαινε η φάση. Σηκώθηκε και χαμογέλαγε. Μετά από καιρό. Ξέστησε τη σκηνή τα μάζεψε όλα, η Π στην αγκαλιά του, ήταν έτοιμος να φύγει.

Αλλά για πού;

Περπάτησε για λίγη ώρα σκεπτικός. Ανέβηκε σε ένα ύψωμα. Ο αέρας τον χτυπούσε.

Κοίταξε προς τα πίσω. Εκεί από όπου είχε έρθει. Τι θα μπορούσε να του πει η επιστροφή πια; Είχε περπατήσει τόσο που το νήμα που τον ένωνε με τη πατρίδα θα χε σπάσει τρείς φορές. Ποια πατρίδα μπορούσε να τον χωρέσει τώρα πια άραγε; Ποια πατρίδα μπορούσε να χωρέσει οποιονδήποτε έχει αγαπήσει στ’αλήθεια; Μόνο μια αγκαλιά τον ημέρωνε. Η αγκαλιά της Παιανίας. Όσο έχει κανείς το πρόσωπο που αγαπά μαζί του, μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο. Και ακόμα και όταν δεν το ‘χει, η γνώση της ανταπόκρισης και τα αμοιβαία συναισθήματα δίνουν το ίδιο κουράγιο. Όχι, μάλλον η επιστροφή δεν θα του πρόσφερε κάτι.

Κοίταξε προς τα μπρος. Στο βάθος αχνοφαίνονταν τα παράλια. Το τέλος του κόσμου. Τόσο προκλητικό που καταντούσε να μοιάζει στημένο. Τι μπορεί να του έμενε τώρα που χε κερδίσει αυτό που λένε αγάπη; Να κερδίσει έναν κόσμο. Μάλλον.

Έβγαλε έξω το πανέμορφο γράμμα του. Το κράτησε και εκείνο λαμπύριζε στον ήλιο. Εκείνη τον έφερε ως εδώ. Αυτό ήθελε να του δείξει, το τι έχει νόημα, το που θα πάει. Έπιασε τον εαυτό του να συμφωνεί μαζί της για πρώτη φορά. Αμέσως έπιασε τον εαυτό του να διαισθάνεται πως η προηγούμενη σκέψη ήταν πιθανότατα η τελευταία που θα ‘κανε εμφορούμενος από εγωισμό.

Ένιωθε πως είχε αφήσει ένα σωρό πράγματα πίσω του. Τόσο αχρείαστα τελικά. Τα κουβάλαγε μια ζωή, είχε σκεβρώσει από το βάρος τους, λαχάνιαζε και τα φυλούσε σαν θησαυρό. Αν τον ρώταγες θα σου ‘λεγε πως είναι ο εαυτός του. Δεν θα μπορούσε ποτέ να τον χάσει, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει κάτι άλλο. Γιατί έτσι είναι πάντα, ο καθένας έχει τον δικό του αυθεντικό εαυτό που μπορεί να τον βρει αν κοιτάξει βαθιά μέσα του, και αν δεν επηρεάζεται από τους γύρω του. Έτσι φορτώνει τη πλάτη του με καινούρια αποκτήματα που ανέσυρε από το βυθό της ψυχής του. Εγωισμοί, άμυνες, συμπλέγματα, κλίσεις και ταλέντα, πράματα που τον εξιτάρουν και άλλα που κάνουν το αντίθετο, γούστα, ιδέες. Μια ολόκληρη προίκα.

Κι αν είναι τυχερός μπορεί να ανακαλύψει μια μέρα ότι όλα αυτά είναι μαλακίες.

Του Γιώργου δεν του χρειάστηκαν ποτέ στ’αλήθεια μα έπρεπε να περάσει τόσος καιρός. Έπρεπε να γίνουν τόσα πολλά για να φτάσουν και οι δυο τους στο επίπεδο να ξέρουν.

Σηκώθηκε και κίνησε προς τις ακτές.


Στη θάλασσα.

Όταν πια τον έφτασα, δεν πίστευα στα μάτια μου. Δεν πίστευα πως θα έβγαινε κάτι απ’αυτό το παράλογο ταξίδι. Κι όμως νάτος, πιο αδύνατος από ποτέ, με μούσια και μαλλιά. Στη μέση κάποιας ιεροτελεστίας.

Άρχισα να φωνάζω και να τρέχω. Έκλαιγα από χαρά. Ήμουν πολύ μακριά ακόμα για να μ’ακούσει ή ήταν πολύ απορροφημένος απ’αυτό που έκανε. Στεκόταν στην άκρη της παραλίας και κοιτούσε τη θάλασσα. Απέναντι ακριβώς ήταν ένα λιλιπούτειο νησάκι.

Έβγαλε από κάποια τσέπη ένα μπαλόνι. Σαν αυτό που κυνήγαγε τόσο καιρό. Το φούσκωσε κι αυτό άρχισε να πετά. Το κράτησε και έδεσε πάνω του την Π του. Έδωσε ένα φιλί στο γράμμα, στο πλάσμα αυτό που κυνήγησε όσο τίποτα άλλο στη ζωή του για να το αφήσει οικειοθελώς να φύγει ξανά. Σα να ξαναξεκινάει το παιχνίδι από την αρχή. Μα ποιο παιχνίδι; Το μπαλόνι πετούσε ήδη ψηλά κι εκείνος το κοιτούσε. Έβλεπα το πρόσωπο του σπασμένο, δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν από χαρά ή από θρήνο.

«Γιώργο! Γιώργοοο! Τι κάνεις;! Περίμενε περίμενε!» φώναζα με όση δύναμη άντεχαν τα πνευμόνια μου.

Έβγαλε τα ρούχα του ένα ένα, και χωρίς να διστάσει ούτε λίγο, μάλλον με το θάρρος της απελπισίας στο πλευρό του, βούτηξε. Θα πήγαινε όντως στην απέναντι όχθη. Στην άλλη ήπειρο. Σ’εκείνη του φωτός. Όπου τελειώνουν τα σύμβολα.

Όταν έφτασα στο σημείο που στεκόταν βρήκα τα λιγοστά υπάρχοντα του, μερικά ρούχα λίγο νερό και το ημερολόγιο του. Εκείνος βγήκε στο νησάκι. Γύρισε προς τα πίσω, και τότε επιτέλους με είδε.

«Γιώργο!»

«Ρόναλντ! Είσαι στ’άληθεια εσύ ρε μαλάκα;»

Γκαρίζαμε και οι δυο όσο πιο δυνατά μπορούσαμε για να ακουστούμε.

«Που πας ρε έχεις τρελαθεί τελείως;»

Γέλασε. Γέλασε με τη καρδιά του, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.

«Μη με λες Γιώργο πια. Πάω απέναντι. Θα ξανάρθω ρε.»

Φώναζε με παύσεις για να παίρνει ανάσες.

«Θα γυρίσω και τότε όλοι… Γάμα το ρε. Αγάπα με λίγο ε!»

Ακούμπησα το χέρι μου στη καρδιά μου.

Βούρκωσα ξανά. Έκατσα και τον παρακολουθούσα καθώς κολυμπούσε προς την απέναντι ακτή. Μπορεί μισή ώρα, μπορεί μία, μπορεί μιάμιση. Κάποτε έφτασε κι ακόμα περίμενα. Βγήκε στην αμμουδιά, και προχώρησε προς τις κουρτίνες του φωτός. Ένας άλλος κόσμος τον περίμενε εκεί, κανείς από μας δε θα μπορούσε ποτέ να τον φανταστεί, αλλά εκείνος ήταν έτοιμος γι’αυτό τον κόσμο.

Λίγο πριν το φώς τον καταπιεί ολόκληρο, γύρισε και σήκωσε το χέρι του προς εμένα. Μια κουκίδα μικρή με χαιρετούσε. Το σήκωσα κι εγώ.

Αυτό ήταν.

*

Κι έτσι εκείνοι που περιπλανιόντουσαν, περιπλανιούνται ακόμη.

Εκείνοι που θρηνούσαν, δε κουράστηκαν να θρηνούν μέχρι σήμερα.

Όσοι άραζαν στο στενό, γύρισαν για μένα, και είναι ακόμα εκεί.

Ο ήλιος συνεχίζει να φωτίζει τις ασχήμιες μας κάθε πρωινό.

Ο καθένας ρολλάρει στη μικρή του καταδίκη.

Πιο πολύ επειδή το ‘χει ανάγκη, παρά επειδή είναι.

Μέχρι οι στιγμές να κοιταχτούν στα μάτια ξανά.

Γιατί η ιστορία αυτή σας λέω, δεν έχει ακόμη τελειώσει.


Συνέχεια...
Ετικέτες , ,

Του επιστημονικού μας συντάκτη Γιώργου Δ. Γριβοκωστόπουλου


Όλοι έχετε τις μικρές ζωούλες σας. Όλοι. Είστε ένας διάδρομος με άπειρες πόρτες. Και μόλις περνώ μπροστά από κάθε μια μου τη κλείνετε στα μούτρα. Άντε γαμηθείτε λοιπόν. Τι στο πούτσο γίνεται. Όλοι θέλουν να με κρατήσουν έξω από τη γαμημένη ζωή τους , μου κοπανάνε τη πόρτα τους στα μούτρα. Γιατί στο πούτσο με προσκαλέσατε εξαρχής; Τι θέλατε από μένα; Γιατί τώρα μου το κάνετε αυτό; Τι είδους βίτσιο μπορεί να ‘ναι και τούτο;

Μια πόρτα μου έσπασε τη μύτη. Μια άλλη μου ράγισε το ζυγωματικό, και μια τελευταία μου έσπασε τα δόντια. Είμαι γδαρμένος. Γαμημένος.

Όλη μέρα σέρνομαι στο πάτωμα. Κλεισμένος σπίτι δε θέλω να κάνω τίποτα και ούτε έχω όρεξη να ξέρω τίποτα. Πολλές μέρες τώρα γαμιέται η παναγία. Δε το κάνω επειδή είμαι τεμπέλης ούτε αργόσχολος. Ένας σάλιαγκας είμαι. Σέρνομαι στο πάτωμα, αφήνω στο μωσαϊκό τις βλέννες μου. Έχω φτιάξει ρυάκια ιδρώτα και αίματος από το δωμάτιο μου ως το χώλ και πάλι πίσω. Έχω μουλιάσει τα χαλιά με χολή και σπέρμα. Κόπρανα και ούρα στάζουν από τη κουρτίνα του μπάνιου. Σάλιο , γαμώ τη παναγία μου πόσο σάλιο φτιάχνω κάθε μέρα; Θα με πνίξουν αυτά και οι εικόνες τους. Θα με πνίξουν οι σκέψεις μου. Θα πνιγώ μέσα στα μυαλά μου.


Ας μου κόψει κάποιος τη γλώσσα. Δε μιλάω με κανέναν πια.

Ας μου βγάλουν τα μάτια. Δε θέλω να βλέπω τίποτα, ούτε είδα ποτέ κάτι συνταρακτικό. Τσάμπα τα χω.

Η μύτη οσφραίνεται μόνο τη βρόμα μου. Αχρείαστη μου ‘ναι.

Ας μου βγάλει κάποιος και το συκώτι , ας το ξεράσω, μαζί με το ποτό που δε μου κάνει τίποτα πλέον.

Ας μείνω γυμνός σα σάλιαγκας που ‘μαι. Από αισθήσεις και νόηση.


Όλοι έχετε τις γαμημένες ζωούλες σας και δεν έχετε θέση σ’αυτές πουθενά για έναν άστεγο από ζωή σαν έμενα. Όλοι κλειδαμπαρώνεστε σπίτια σας και όταν δε το κάνετε βγαίνετε για ποτό. Γελάτε. Δε σας νοιάζει τίποτα. Κάνετε σχέδια, φεύγετε κι έρχεστε. Χορεύετε, τσαλαπατάτε πρόσωπα. Έχετε πολύτιμα πράγματα μέσα σε σεντούκια. Εμπειρίες. Βιβλία, δουλειές. Ένα ημερολόγιο στη καρδιά σας. Φίλους, γαμημένους άπειρους χιλιάδες εκατομμύρια φίλους και φίλες και γνωστούς και κολλητούς και fuck buddies και συμφοιτητές και αδέρφια και ξαδέρφια και γκόμενες και σκυλιά και γατιά και χρυσόψαρα.

ΚΑΝΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΤΟΥΖΑ ΝΑ ΠΝΙΓΕΙΤΕ ΣΤΑ ΧΥΣΙΑ ΣΑΣ.

ΚΑΝΤΕ ΤΟ.

ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΕ.

ΘΑ ΓΕΛΑΩ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ.

Σπίτια και τετράδια και μουσική. Εγώ δεν έχω τίποτα.

Το μόνο που έχω είναι ένα γαμημένο δωμάτιο. Αισθάνομαι ευγνώμων γι’αυτό.

Χαίρομαι που έχω ένα κορμί να με λερώνει και να το ταλαιπωρώ. Χαίρομαι που μπορώ ακόμα να σέρνομαι. Σιγά σιγά θα χτίσω και το σπίτι μου. Ένα μεγάλο καβούκι κολλημένο στη πλάτη μου. Όλο το λέω αλλά δε το κάνω. Όλο λέω να το αρχινίσω και όλο προτιμώ να κάθομαι και να μην έχω όρεξη. Αλλά μια από αυτές τις μέρες θα το κάνω. Θα κλειστώ μέσα του και θα κλείσω την είσοδο με τη βλέννα μου που μου ‘ναι περίσσεια.

Θα φτιάξω κι εγώ μια πόρτα. Θα ‘ναι από βλέννα και δε θα σπάει μούτρα. Αλλά δε πειράζει. Θα μαζέψω τα κομμάτια μου και θα κλειστώ εκεί. Ακονίστε τους μπαλτάδες σας για κάναν άλλο τώρα.

Αδηφάγα τέρατα με κοτσίδες και ωραία ρούχα και μεγάλους πούτσους και μυρωδάτα μουνιά. Αρκούσε να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου για να φύγετε τρέχοντας μακριά μου και να με εξορίσετε από τις ΓΑΜΗΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΣΑΣ.

Που να συνέβαινε και τίποτα διαφορετικό, τίποτα σημαντικότερο.


Δεν μου αρέσουν πολλά πράματα. Δε βρίσκω μουσική να μ’αρέσει πια. Ούτε ταινίες, ούτε φαγητό. Καμια γκόμενα δε με τραβάει πιο πολύ από τις άλλες και κανένας γκόμενος δε μου κάνει το κλικ. Δεν μ’αρέσει ο εαυτός μου.

Δεν μ’αρέσουν αυτά που σκέφτομαι. Έχουν πολύ αίμα και μαύρο. Προτιμώ να καπνίζω από το να αναπνέω. Οι σκέψεις μου έχουν και πολύ καπνό, θολούρα και σκοτάδι. Θα μπορούσαν να ‘ναι οι σκέψεις των πλασμάτων της νύχτας. Θα μπορούσα να ζω μαζί τους σε έναν υπόνομο κι εγώ. Εκείνα δε θα μου ‘κλειναν τη πόρτα, κι ας μην είμαι από το είδος τους.

Ανησυχώ. Δε μου ‘ρχεται να κλάψω. Τι σόι σημάδι να ‘ναι κι αυτό τώρα. Δε μου ‘μεινε κουράγιο ούτε γι’αυτό πια; Σκέφτηκα πως θα με βοηθούσε, σίγουρα δεν είναι αυτό που ‘χω ανάγκη , αλλά θα με βοηθούσε. Προσπάθησα, σφίχτηκα. Αρχίδια. Μόνο ξυπνώντας μες τον ύπνο μου χθες ήμουν λίγο βουρκωμένος. Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί.

Παλιά είχα αϋπνίες. Τώρα πετάγομαι στον ύπνο μου. Δεν θυμάμαι γιατί. Είμαι κάθε φορά πανικόβλητος. Συνηθίζω να κοιμάμαι με όλα τα φώτα σβηστά. Τρέχω πάνω κάτω να βρω ένα φως να ανάψω. Ρίχνω πράγματα και σκοντάφτω σε έπιπλα. Καμιά φορά το καταφέρνω. Άλλωστε ποτέ δε θυμάμαι που είναι ο διακόπτης, ούτε καν σε ποιο δωμάτιο είμαι. Καμιά φορά όμως δεν το καταφέρνω. Τότε μου παίρνει μερικά λεπτά μέχρι να καταλάβω σε τι κατάσταση βρίσκομαι και να ηρεμήσω. Μέχρι να ξυπνήσω τελείως. Μερικές φορές μου παίρνει πολλά λεπτά. Τι θα μπορούσα να κάνω σε εκείνα τα λεπτά του πανικού μου; Οι αϋπνίες φυσικά ακόμα δεν μου ‘χουν περάσει.


Ποτέ δεν ήμουν τόσο σκατά είναι η αλήθεια. Μικρός χαιρόμουν όπως όλα τα παιδιά. Τα τελευταία χρόνια είμαι έτσι, σάλιαγκας. Τότε σταμάτησα να παίζω. Ακόμα γελάω. Αλλά θέλω να μπήξω τα δόντια μου στο λαιμό του συνομιλητή μου πριν μου το κάνει εκείνος. Τώρα πια δεν θέλω να ‘χω καν συνομιλητές. Από τότε που κλείστηκα σπίτι. Τίποτα. Ούτε γελάω πολύ.


ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΗ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΧΑΡΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΣΑΣ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΑΡΧΙΔΙΑ.

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ.

ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΓΙΟΙ ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΙΣ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΕΑΥΤΟΥΛΗ ΣΑΣ. ΑΛΛΩΣΤΕ ΕΧΕΙ ΤΟΣΑ ΠΟΛΛΑ ΑΝΑΓΚΗ.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ.

O ΓΑMΗΜΕΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΝΙΞΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.


Γαμώ τη παναγία σας.

Κάποιους από σας τους έχω συγχωρέσει. Θα ήθελα μόνο να σας καρφώσω μια σφαίρα στο κεφάλι.

Για κάποιους άλλους όμως θα ήθελα φριχτό θάνατο. Να πεθάνουν σαν ποιήματα.

Αλλά τελικά δεν έχω όρεξη να εκδικηθώ κανέναν. Δεν έχω όρεξη ούτε να αναπνεύσω, δεν μπορώ άλλο πια.


ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΑΛΙΟ ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ ΓΑΜΟΧΡΗΣΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ ΓΡΑΜΜΑ ΜΑΝΙΑΚΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ.

ΔΕ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΜΠΩ ΑΥΡΙΟ ΣΕ ΚΑΝΑ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΣΩ ΚΑΜΙΑ ΔΕΚΑΡΙΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΙΝΑΚΙ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΟΥΝ ΑΝΕΒΕΙ.

ΦΑΤΕ ΦΡΙΣΚΙΣ ΛΑΓΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΣΚΑΣΤΕ.

ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΑΣ.


Ο διάολος με βάζει και σκέφτομαι έτσι. Με βάζει και σέρνομαι, θα με βάλει να βγάλω τα μάτια μου και να ουρλιάζω ως το πρωί.

Δε θέλω να πεθάνω. Φοβάμαι πολύ.

Θα ‘θελα απλά να μην υπήρχα.


ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΤΩΡΑ ΟΤΙ ΕΧΕΤΕ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ.


- - -

O δρ. Γιώργος Δ. Γριβοκωστόπουλος είναι ψυχολόγος, νευροβιολόγος, και ερευνητής των νευροεπιστημών. Έχει εκπονήσει σημαντικές εργασίες για τη σχέση ανάμεσα στη λειτουργία του εγκεφάλου και τα συναισθήματα. Το έργο του έχει βραβευτεί από επιστημονικά ιδρύματα, όπως το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και το Stanford Medical School. Διδάσκει στο Mindful Awareness Research Center, στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και στο Center for Human Development στο Λος Άντζελες.


Συνέχεια...
Ετικέτες